
«Με τον όρο Παιδεία στα Μέσα & την Πληροφορία (Media & Information Literacy) αναφερόμαστε στο σύνολο των γραμματισμών, γνώσεων και δεξιοτήτων που χρειαζόμαστε στον σύγχρονο phygital (physical+digital) κόσμο». Η Κατερίνα Χρυσανθοπούλου, με αφορμή το βιβλίο της «Εγγράμματοι σε έναν ψηφιακό κόσμο – Παιδεία στα μέσα και την πληροφορία» (εκδ. Τόπος).
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Στη μελέτη της Εγγράμματοι σε έναν ψηφιακό κόσμο (εκδ. Τόπος), η Κατερίνα Χρυσανθοπούλου μιλά για την Παιδεία στα Μέσα και την Πληροφορία, όρο που αφορά στην ύπαρξη του ατόμου στο διαδίκτυο, τη χρήση των ψηφιακών μέσων και την ικανότητα συλλογής ορθών πληροφοριών. Το συγκεκριμένο πεδίο, που δεν έχει ενταχθεί ακόμα στα σχολικά προγράμματα, αποκτά μεγάλο ενδιαφέρον στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, των βίντεο deepfake και των ψευδών ειδήσεων, που η αλήθεια και το ψέμα μοιάζει να μπλέκονται μεταξύ τους όλο περισσότερο.
Μίλησαμε με τη συγγραφέα για το βιβλίο της, για τα χαρακτηριστικά της ΠΜΠ, τον τρόπο που αυτή μπορεί να συστηθεί στα νεαρά άτομα, την έλευση της ΤΝ και τις τεκτονικές αλλαγές που φαίνεται να έχει ήδη προκαλέσει.
Στο επίκεντρο της μελέτης σας βρίσκεται η Παιδεία στα Μέσα και την Πληροφορία, η ΠΜΠ, ένας όρος που καλύπτει διάφορες μορφές του ψηφιακού γραμματισμού, της ύπαρξης δηλαδή του ατόμου στο διαδίκτυο και της διαχείρισης των πληροφοριών εντός αυτού. Η ΠΜΠ είναι ένας όρος ομπρέλα, με ποια λόγια θα τον συνοψίζατε;
Στη γενιά μου γνωρίσαμε τον κόσμο μέσα από συγκεκριμένες δομές, ταξινομίες γνώσης και ξεκάθαρους κανόνες, που οργάνωναν την πληροφορία και τις ανθρώπινες σχέσεις. Σήμερα, όμως, με την εκρηκτική διάδοση της ψηφιακής τεχνολογίας και των κοινωνικών δικτύων, ο τρόπος με τον οποίο οι νεότεροι προσεγγίζουν τη γνώση, την πληροφορία και την επικοινωνία είναι εντελώς διαφορετικός: ζουν μέσα σε ένα συνεχές, συχνά χαοτικό, ρεύμα δεδομένων, όπου οι παραδοσιακές διακρίσεις ανάμεσα σε είδη, αξίες και ιεραρχήσεις δεν είναι πια αυτονόητες.
Οι επιμέρους αυτοί γραμματισμοί εντάσσονται σε μια ευρύτερη έννοια καλλιέργειας και μόρφωσης, που περιλαμβάνει τεχνικές, γνωστικές, κοινωνικές και ήπιες δεξιότητες, μαζί με τις αξίες, τις ηθικές αρχές και τις ευθύνες που (πρέπει να) έχουμε στον υβριδικό κόσμο.
Με τον όρο Παιδεία στα Μέσα & την Πληροφορία (Media & Information Literacy) αναφερόμαστε στο σύνολο των γραμματισμών, γνώσεων και δεξιοτήτων που χρειαζόμαστε στον σύγχρονο phygital (physical+digital) κόσμο· στο βιβλίο περιλαμβάνω μια ενότητα ορολογίας με τους επιμέρους γραμματισμούς που συνθέτουν την ΠΜΠ. Εκτός από τις προφανείς ικανότητες ενός ατόμου να μπορεί να χρησιμοποιεί τα μέσα και να κατανοεί και να διαχειρίζεται το περιεχόμενο με αποτελεσματικό, υπεύθυνο και ηθικό τρόπο, ο όρος αναφέρεται και στις δεξιότητές του να κρίνει, να μαθαίνει, και να λειτουργεί αποτελεσματικά σε ένα περιβάλλον όπου το μέσο, η τεχνολογία που μεσολαβεί (από το χαρτί στο κινητό τηλέφωνο μέχρι τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα), παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο με την πληροφορία. Οι επιμέρους αυτοί γραμματισμοί εντάσσονται σε μια ευρύτερη έννοια καλλιέργειας και μόρφωσης, που περιλαμβάνει τεχνικές, γνωστικές, κοινωνικές και ήπιες δεξιότητες, μαζί με τις αξίες, τις ηθικές αρχές και τις ευθύνες που (πρέπει να) έχουμε στον υβριδικό κόσμο.
Το ψηφιακό περιβάλλον απαιτεί να μετασχηματίσουμε τόσο την ικανότητά μας να μαθαίνουμε, να συνδεόμαστε, να κατανοούμε και να δημιουργούμε, όσο και την κοινωνική συμπεριφορά και συμμετοχή μας, σε ένα διαφορετικό, άυλο, πλαίσιο, για το οποίο δεν μας παραδίδονται κανόνες ή περιορισμοί (constraints) στο σχολείο ή το πανεπιστήμιο, και τους οποίους η έρευνα δείχνει ότι δεν μπορούμε να τους αποκτήσουμε πλήρως χωρίς εξειδικευμένη κατάρτιση.
Επιπλέον, η ΠΜΠ αφορά:
• την παραδοχή ότι ο τρόπος προσέγγισης της πληροφορίας, της γνώσης και της ενημέρωσης δεν είναι ίδιος για τις γενιές πριν και μετά το διαδίκτυο και τις πλατφόρμες
• την αναγνώριση ότι οι δεξιότητες μάθησης διαφοροποιούνται στον φυσικό, τον ψηφιακό και τον υβριδικό κόσμο (αλλιώς μαθαίνουμε στον φυσικό κόσμο, αλλιώς στον ψηφιακό)
• την αναγνώριση της ανάγκης ριζικής αλλαγής στο εκπαιδευτικό μοντέλο, όσον αφορά τόσο το περιεχόμενο, την αξιολόγηση, την επικαιρότητα, την καταλληλότητα και την ιεράρχηση της γνώσης, όσο και την αναγνώριση των νέων τύπων αυθεντίας (που περιλαμβάνουν εμπειρογνώμονες, βάσεις δεδομένων, αλγορίθμους και συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης)
• την καλλιέργεια της ιδιότητας του ενεργού και υπεύθυνου πολίτη στον ψηφιακό χώρο (digital citizenship), τα εργαλεία για συμμετοχή σε δημοκρατικές διαδικασίες, με σεβασμό και δεοντολογία συνεργασίας, τα πλαίσια προστασίας των προσωπικών δεδομένων και τους τρόπους αντιμετώπισης της ρητορικής μίσους και της πόλωσης.
Γράφετε πως σήμερα οι δεξιότητες της ΠΜΠ δεν καλύπτονται από τα σχολικά προγράμματα στην Ελλάδα. Γιατί είναι σημαντικό να εισαχθεί το πεδίο αυτό στο σχολείο και με ποια πρακτικά πρώτα βήματα μπορεί να γίνει η αλλαγή;
Δεν μπορούμε, κατά τη γνώμη μου, να μιλάμε για (καλή) χρήση τεχνητής νοημοσύνης αν δεν έχουμε ωριμάσει ως χρήστες της τεχνολογίας και διαχειριστές περιεχομένου (δηλαδή, αν δεν ξέρουμε να κάνουμε αποτελεσματική αλλά και ηθική χρήση των μέσων και της πληροφορίας που διακινείται σε αυτά). Εάν η εισαγωγή ΤΝ στα σχολεία γίνει πάνω σε μια βάση οριζόντιων προγραμμάτων ΠΜΠ, που διαφοροποιούνται με αναπτυξιακά κριτήρια για κάθε εκπαιδευτική βαθμίδα (όπως αυτά που λειτουργούν ήδη σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες), συνδέοντάς τα με κάθε ειδικό μάθημα (όχι δηλαδή να δώσουμε απλώς γενικές γνώσεις για το πώς χρησιμοποιούμε τα ψηφιακά μέσα), τότε αυτή είναι μια καλή ευκαιρία μετασχηματισμού όλου του προγράμματος σπουδών, μιας πραγματικής αλλαγής παραδείγματος.
Ακόμα και στα πανεπιστήμια δεν υπάρχουν γενικές, ενιαίες, οδηγίες για την ορθή και ηθική χρήση ΤΝ
Όμως, δεν είμαι σίγουρη ότι η πολιτική βούληση είναι ώριμη για τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης, με απόρριψη των τμημάτων που αποδεδειγμένα δεν λειτουργούν και δεν συνδέονται με τον σύγχρονο κόσμο και με εισαγωγή με έξυπνο τρόπο των γνώσεων που πράγματι χρειαζόμαστε σήμερα. Ακόμα και στα πανεπιστήμια δεν υπάρχουν γενικές, ενιαίες, οδηγίες για την ορθή και ηθική χρήση ΤΝ, πχ. για την παραγωγή περιεχομένου – προσωπικά δίνω οδηγό χρήσης ΤΝ στους φοιτητές μου, ώστε να ξέρουν όχι μόνο τι επιτρέπεται και τι όχι, από δεοντολογικής άποψης, αλλά και πώς να χρησιμοποιούν τα εργαλεία για να βελτιώσουν τις μαθησιακές τους ικανότητες, τον οποίο οδηγό, όμως, έχω γράψει εγώ η ίδια.
Η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη: μορφοποιεί την προσοχή, τη μνήμη, την κρίση, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο το άτομο συνδέεται με τη γνώση. Τα πρώτα επείγοντα πρακτικά βήματα για να είναι δυνατή μια νέα εκπαίδευση κατά τη γνώμη μου πρέπει να είναι:
1. Εισαγωγή της ΠΜΠ σε κάθε ειδίκευση στο πανεπιστήμιο, ιδίως στις παιδαγωγικές σχολές
2. Εισαγωγή της ΠΜΠ στο σχολείο ως ξεχωριστής περιοχής δεξιοτήτων, προσαρμοσμένης ανά βαθμίδα, όχι ως αποσπασματικό «παράρτημα» των «ΤΠΕ», ως προαπαιτούμενο για την υιοθέτηση εργαλείων ΤΝ
3. Επιμόρφωση των εκπαιδευτικών ώστε να κατανοούν όχι μόνο το ρόλο και τη χρήση, αλλά και τις αναγκαιότητες και τις συνέπειες της χρήσης της ψηφιακής τεχνολογίας
4. Αναδόμηση της σχολικής γνώσης: μικρότερες ποσότητες, περισσότερη κατανόηση, λιγότερη αποστήθιση, περισσότερη κριτική σκέψη, λιγότερη διάλεξη, περισσότερη έρευνα, διάλογος και διάδραση, με σύγχρονες μεθόδους παιδαγωγικής
5. Δημιουργία κουλτούρας αξιολόγησης της πληροφορίας από μικρή ηλικία με έμφαση και στην ενημέρωση (ανάπτυξη ειδησεογραφικής παιδείας, που είναι υποσύνολο της ΠΜΠ)
6. Κατάρτιση σε δεξιότητες διαχείρισης χρόνου και υπερπληροφόρησης, τεχνικών αποδοτικής προσοχής, διαχείρισης συναισθημάτων κατά την χρήση εφαρμογών
7. Αναβάθμιση του αναγνωστικού γραμματισμού με τρόπο ώστε να καλύπτει τις διαφορετικές γνωστικές δεξιότητες που απαιτούνται για την ανάγνωση από χαρτί, οθόνη υπολογιστή, οθόνη κινητού, κτλ., αλλά και για αποτελεσματική διαχείριση περισπασμών, καλύτερη μάθηση και ανάκληση, κ.ο.κ.
8. Κατάρτιση σε δεξιότητες ψηφιακής ηθικής, ταυτότητας & «πολιτειότητας» (citizenship), δημοκρατικής δημιουργίας δικτύων, συμμετοχής σε κοινότητες και συνεργασίας, με ανοχή και σεβασμό, με αναγνώριση και αντιμετώπιση της ρητορικής μίσους, της πόλωσης και της ριζοσπαστικοποίησης.
Πολλοί γονείς ανησυχούν για τον χρόνο που περνούν τα παιδιά τους στον ψηφιακό κόσμο. Μάλιστα, πρόσφατα ανακοινώθηκε από τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη πως η κυβέρνηση εξετάζει την απαγόρευση της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από άτομα πολύ νεαρής ηλικίας. Ποια είναι η δική σας θέση; Πόσο παρεμβατικοί πρέπει να είμαστε;
Πρέπει να είμαστε παρεμβατικοί, όσο επιβάλλει και επιτρέπει ο ρόλος μας, αλλά πρέπει να έχουμε και οι ίδιοι κανόνες και σχετικές γνώσεις (που σημαίνει ότι κι εμείς χρειαζόμαστε κατάρτιση). Ως γονείς είμαστε παράδειγμα με τη δική μας συμπεριφορά, αλλά θέτουμε και πλαίσιο: βάζουμε όρια, ρυθμίζουμε τη χρήση, καλλιεργούμε συνείδηση κινδύνου, αλλά και υποδεικνύουμε καλές και ωφέλιμες χρήσεις της τεχνολογίας. Ναι, θα ήταν καλό να μην κολλάνε τα παιδιά στα ΜΚΔ, αλλά από την άλλη είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος επικοινωνίας και κοινωνικοποίησης και μάλιστα εξαιρετικά εύχρηστος – είναι ο δικός τους κόσμος.
Πώς περιμένουμε ότι, ενώ σήμερα ένα παιδί έχει κινητό στα 10, και το χρησιμοποιεί χωρίς επίβλεψη, τα επόμενα παιδιά θα έχουν στα 16;
Οπωσδήποτε χρειάζεται να σεβαστούμε τα αναπτυξιακά στάδια των παιδιών μας, και να θέσουμε ηλικιακά όρια στην χρήση κάθε οθόνης και τεχνολογίας που υπονομεύει την κατάκτηση ανώτερων διανοητικών λειτουργιών (κρίσης, σκέψης, μνήμης, κτλ.) – αν αυτό μπορεί να γίνει με απαγόρευση μόνο, τότε πράγματι ίσως αυτός είναι ο τρόπος να προστατεύσουμε το εξελικτικό στάδιο στο οποίο έχει φτάσει το ανθρώπινο είδος. Όμως, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε και τις καινοτομίες και τις ευκαιρίες της ψηφιακής τεχνολογίας, τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο που φέρνει μαζί της. Ναι, υπάρχουν πολλά σκουπίδια στο Τικ Τοκ, ναι, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος εθισμού, ο εγκέφαλος με συχνή χρήση social media εκπαιδεύεται να λειτουργεί αποσπασματικά, η προσοχή και η συγκέντρωση υποχωρούν, η κρίση μειώνεται, τα στερεότυπα ισχυροποιούνται, το body shaming επιδεινώνεται, και άλλα πολλά, αλλά από την άλλη τα ΜΚΔ είναι αυθόρμητος τόπος συνάντησης για τους εφήβους, καθώς και πλαίσιο εξάσκησης στις ψηφιακές συμπεριφορές, μέσο ανταλλαγής ιδεών και περιεχομένου. Μπορούμε να τους απαγορεύσουμε την είσοδο στον σύγχρονο κόσμο; Τον δικό τους κόσμο; Πώς περιμένουμε ότι, ενώ σήμερα ένα παιδί έχει κινητό στα 10, και το χρησιμοποιεί χωρίς επίβλεψη, τα επόμενα παιδιά θα έχουν στα 16; Τι θα κάνουμε με τις γκρίζες ζώνες; Πώς θα διαχειριστούν την κατάσταση οι γονείς; Πώς οι έφηβοι που ήδη καταναλώνουν περιεχόμενο υψηλής διέγερσης (αλγορίθμους, βία, πορνογραφία, εμπορικό περιεχόμενο, σκουπίδια) θα επιστρέψουν σε μια πιο υγιή σχέση με την οθόνη;
Η συζήτηση με τα παιδιά μας είναι πιο δύσκολη από την απαγόρευση, αλλά είναι πιο σωστή στρατηγική.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς τα όρια: είναι το πώς θα ωριμάσουμε ως κοινωνία, όπου η χρήση των μέσων θα γίνεται με υπευθυνότητα και αυτοέλεγχο. Η παιδεία στα μέσα και την πληροφορία είναι το κομβικό εργαλείο για την ανάπτυξη κριτικής σκέψης, ενός εσωτερικού πλαισίου αξιών, και μιας εξελιγμένης ανθρώπινης νοημοσύνης, που είναι το προαπαιτούμενο για την εισαγωγή τεχνητής νοημοσύνης στη ζωή μας. Με αυτή την παιδεία θα μετατρέψουμε τον εξωτερικό έλεγχο σε συνειδητό αυτοέλεγχο και στην ικανότητα του κάθε ατόμου να διαχειρίζεται καλά την ψηφιακή του ζωή. Η συζήτηση με τα παιδιά μας είναι πιο δύσκολη από την απαγόρευση, αλλά είναι πιο σωστή στρατηγική. Αν όμως δεν μπορεί να λειτουργήσει η συζήτηση, η εξήγηση και η (αυτό)πειθαρχία, ας θέσουμε ένα πλαίσιο απαγορεύσεων και σταδιακής, ελεγχόμενης εξοικείωσης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θέλουμε να διαμορφώσουμε μια οικογενειακή υγιή ψηφιακή κουλτούρα, με κατάρτιση και υποστήριξη (τεχνική και συναισθηματική!) ώστε οι γονείς να λειτουργήσουν ως πρότυπα και να θέσουν συνεπή όρια.
Φυσικά, από την πλευρά των ιδιωτικών εταιρειών που ελέγχουν την λειτουργία των πλατφορμών και από την πλευρά της Πολιτείας υπάρχουν επίσης αυξημένες ευθύνες ρύθμισης, πλαισίου και επιβολής αυστηρών ορίων στα ίδια τα μέσα. Η αλλαγή στάσης πρέπει να είναι συστημική.
Στη μελέτη σας ασχολείστε και με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Δεδομένου ότι η λειτουργία της είναι τόσο ιδιαίτερη, μιας και το περιεχόμενο που παράγεται από αυτή «καμουφλάρεται» συχνά πολύ αποτελεσματικά, πόσο ρευστό πεδίο είναι ο γραμματισμός που συνδέεται με την ΤΝ; Ποια ζητήματα προέκυψαν με τον ερχομό της και πώς πρέπει να τη διαχειριστούμε;
Η ΤΝ επιτείνει το πρόβλημα (τεχνικό, γνωστικό, ηθικό και δεοντολογικό) που ήδη έχουμε με την άγνοια της ΠΜΠ, αφού αρχίζουμε να χρησιμοποιούμε με όλο και αυξανόμενους ρυθμούς ένα εργαλείο που μπορεί να υποκαταστήσει κρίσιμες διανοητικές διεργασίες, χωρίς να έχουμε κατακτήσει βασικούς ψηφιακούς γραμματισμούς. Όπως είπαμε και παραπάνω, πρόκειται για ένα πρόβλημα γνωστικό: πώς τα παιδιά (αλλά και οι ενήλικες) μπορούν να μάθουν πλέον οτιδήποτε, αν η ΤΝ το κάνει γι΄ αυτά; Πώς αποκτούν κρίση, μνήμη, βάθος σκέψης; Πώς εξελίσσουν την γλώσσα, την δημιουργία ιδεών, την ικανότητα ανάλυσης και συμπερασμού;
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ίδια την τεχνολογία, αλλά στον τρόπο με τον οποίο τη χρησιμοποιούμε: συχνά άκριτα και χωρίς τον πνευματικό μόχθο που επέτρεψε στον άνθρωπο, επί αιώνες, να κατακτά τη γνώση.
Στην έρευνά μου, για παράδειγμα, είδα ότι περίπου 7 στους 10 συμμετέχοντες «ξεφορτώνουν» σε μια συσκευή σημαντικές γνωστικές λειτουργίες υψηλού επιπέδου, όπως τη μνήμη-ανάκληση, οι οποίες απαιτούν πολλούς εγκεφαλικούς πόρους. Η ευκολία είναι παγίδα: σκεφτόμαστε, γιατί να κοπιάσω να θυμάμαι κάτι, αν μπορώ να το βρω στο κινητό μου; Έτσι, όμως, πώς θα προπονηθώ για να ανακαλώ τα όσα ξέρω; Αυτή η λειτουργία δεν είναι απλή ανάκληση πληροφορίας. Η μνήμη δεν είναι μόνο «αποθετήριο». Υπάρχουν πολυάριθμες έρευνες από τη Γνωσιακή Ψυχολογία και τη Νευροεπιστήμη που αποδεικνύουν ότι η μνήμη δεν είναι ένας παθητικός χώρος αρχειοθέτησης και ανάκλησης πληροφοριών, αλλά ένας ενεργός, δυναμικός μηχανισμός που λειτουργεί ως η βάση για τη μάθηση, τη σκέψη και τη λήψη αποφάσεων. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι η μνήμη λειτουργεί ενεργά για τη μάθηση μέσω ενεργούς αναδόμησης (όπου η ανάκληση τροποποιεί την ανάμνηση ώστε να ταιριάζει στα γνωστικά μας σχήματα), μέσω παγίωσης (όπου η συστηματική ανάκληση μιας ανάμνησης την ενισχύει νευροβιολογικά), μέσω ενεργητικής ενθύμησης (η οποία είναι πιο αποτελεσματική για τη μακροπρόθεσμη διατήρηση σε σχέση με την επανεκμάθηση) και μέσω της εξασκημένης μνήμης εργασίας (που είναι το δυναμικό σύστημα που διαχειρίζεται και συνδέει τις ανακαλούμενες πληροφορίες για τη σκέψη και τη λύση προβλημάτων). Γιατί λοιπόν επιλέγουμε να αναθέτουμε τέτοιες κρίσιμες διεργασίες σε μια μηχανή; Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ίδια την τεχνολογία, αλλά στον τρόπο με τον οποίο τη χρησιμοποιούμε: συχνά άκριτα και χωρίς τον πνευματικό μόχθο που επέτρεψε στον άνθρωπο, επί αιώνες, να κατακτά τη γνώση. Ένας άνθρωπος χωρίς καλλιεργημένη κρίση, χωρίς τη διάθεση να κοπιάσει και να ενεργεί υπεύθυνα, και χωρίς ήθος, δεν μπορεί να κοινωνικοποιηθεί, ακόμη κι αν διαθέτει όλα τα εργαλεία του ψηφιακού κόσμου.
Fake news που διαδίδονται με ένα κουμπί κοινοποίησης, βίντεο deepfake και η Τεχνητή Νοημοσύνη, που αναφέραμε ήδη. Γράφετε πως παρόλο που συχνά εντοπίζουμε την παραπληροφόρηση, αδυνατούμε να «διορθώσουμε» αποτελεσματικά τη μνήμη μας, να αντικαταστήσουμε τις ψευδείς ειδήσεις με την ορθή πληροφορία, με αποτέλεσμα να υπερισχύει η δράση της εντέλει. Βαδίζουμε όλο κι εντονότερα προς μια περίοδο «αναξιοπιστίας» του ίντερνετ; Και αν ναι, ποιος είναι πιο ευάλωτος: τα πολύ νέα άτομα, ανήλικα παιδιά που, παρότι είναι «ψηφιακοί ιθαγενείς», δεν έχουν ακόμα επαρκείς άμυνες, ή μήπως τα άτομα μεγάλης ηλικίας;
Ναι, είμαστε σε μια περίοδο «δομικής αναξιοπιστίας» λόγω της εξέλιξης της ΤΝ και των deepfakes, που διαδίδονται ταχύτατα στα social media, ιδίως με την επικράτηση της αλγοριθμικής επιμέλειας του περιεχομένου που είναι προσβάσιμο από τον άνθρωπο. Η μνήμη μας συχνά αδυνατεί να «διορθώσει» ψευδείς πληροφορίες, επιτρέποντας στην ανάμνηση της αρχικής στρεβλής διατύπωσης να συνεχίζει να επηρεάζει ενεργά τη σκέψη, την ικανότητα συμπερασμού και τη λήψη αποφάσεων, ακόμα και όταν μάθουμε ότι η είδηση ήταν παραπλανητική. Εξάλλου, η στρεβλή πληροφορία παραμένει online και είναι προσπελάσιμη σε επόμενες αναζητήσεις από άλλους ή τους ίδιους χρήστες, για έναν νέο γύρο παραπλάνησης.
Δεδομένου ότι η ΤΝ κλιμακώνει την παραγωγή κατασκευασμένου περιεχομένου (text, audio, video), που είναι εξαιρετικά πειστικό και στοχευμένο, με μηδενικό κόστος και σε τεράστια κλίμακα, η απουσία Παιδείας στα Μέσα και την Πληροφορία καθιστά τον μέσο χρήστη εξαιρετικά ευάλωτο, αφού η αξιοπιστία του υλικού γίνεται πολύ δύσκολο να ελεγχθεί, ακόμα και από επαγγελματίες. Επιπλέον, δύσκολα ξεπερνιέται το πρόβλημα της πόλωσης: Οι αλγόριθμοι στις πλατφόρμες και τα κοινωνικά δίκτυα δημιουργούν «φούσκες», εκθέτοντας κατ’ επανάληψη τους χρήστες στις ίδιες πληροφορίες, που μεταφέρουν συχνά προκατειλημμένες και ιδιαίτερα φορτισμένες απόψεις, ή αναμιγνύουν χρήσιμες με άχρηστες πληροφορίες· έτσι, αφενός ενισχύεται η άρνηση αποδοχής της διόρθωσης, και αφετέρου είμαστε εκτεθειμένοι σε ένα αδιαμόρφωτο, τυχαίο, αποσπασματικό και συχνά πολεμικό περιβάλλον. Σημειωτέον ότι, μετά την πανδημία του Covid, το περιβάλλον αυτό είναι, κυρίως για τα παιδιά, ένα βασικό -και συχνά το μόνο- «παράθυρο» προς «τον κόσμο».
Από την άλλη, τα νεαρά άτομα («ψηφιακοί ιθαγενείς») κινδυνεύουν κυρίως λόγω των γνωστικών ελλείψεων και της μη ολοκληρωμένης κριτικής ωρίμανσης του προμετωπιαίου φλοιού, που είναι υπεύθυνος για την κριτική σκέψη, την εκτίμηση κινδύνου και τη διάκριση γεγονότος/γνώμης (cognitive vulnerability).
Η ευαλωτότητα κατανέμεται διαφορετικά ανά ηλικιακή ομάδα: τα άτομα μεγάλης ηλικίας κινδυνεύουν κυρίως λόγω του τεχνικού αναλφαβητισμού (δυσκολία στην κατανόηση του μέσου, δηλαδή, πώς λειτουργούν οι σύνδεσμοι, οι αλγόριθμοι, οι φωτογραφίες), της έλλειψης ψηφιακής σκέψης (άκριτη εμπιστοσύνη σε περιεχόμενο που μοιάζει «επίσημο», π.χ., μεγάλα γράμματα στους τίτλους μιας είδησης, ή εντυπωσιακά μηνύματα στο email ή στο Viber) και της έλλειψης γενικής κατανόησης της λειτουργίας του μέσου (structural vulnerability). Από την άλλη, τα νεαρά άτομα («ψηφιακοί ιθαγενείς») κινδυνεύουν κυρίως λόγω των γνωστικών ελλείψεων και της μη ολοκληρωμένης κριτικής ωρίμανσης του προμετωπιαίου φλοιού, που είναι υπεύθυνος για την κριτική σκέψη, την εκτίμηση κινδύνου και τη διάκριση γεγονότος/γνώμης (cognitive vulnerability). Παρόλο που συχνά είναι άριστοι χρήστες των μέσων, δεν έχουν αναπτύξει ακόμα επαρκές πλαίσιο και συγκειμενική γνώση για να κρίνουν το φορτισμένο, μεροληπτικό ή κατασκευασμένο περιεχόμενο, δηλαδή δεν διαθέτουν το ιστορικό, πολιτισμικό ή πολιτικό πλαίσιο για να κρίνουν αν μια πληροφορία είναι λογικά εφικτή ή συνεπής με τον κόσμο, με αποτέλεσμα να είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην πόλωση (π.χ. ρητορική μίσους και ριζοσπαστικοποίηση) και την ανάπτυξη εσφαλμένων πεποιθήσεων λόγω έκθεσης σε τυχαία, αποσπασματικά και αυθαίρετα περιεχόμενα ή λόγω της πρόωρης έκθεσης σε ακατάλληλο υλικό. Επίσης, έχουν μεγαλύτερη τάση να βασίζονται στα συναισθήματά τους ή να ακολουθούν περιεχόμενο με κριτήριο την οικειότητα (πχ influencers) και όχι την αντικειμενική αξιοπιστία της πηγής.
Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου παρουσιάζετε την έρευνα που διεξήγατε στο πλαίσιο της διδακτορικής διατριβής σας, η οποία οδήγησε και στη συγγραφή του βιβλίου. Συμμετείχαν 1.300 φοιτητές και αξιολογήσατε την ψηφιακή δραστηριότητά τους. Μετρήσατε, δηλαδή, το κατά πόσο είναι συνεχώς συνδεδεμένοι στο διαδίκτυο, κατά πόσο διαβάζουν από το χαρτί ή την οθόνη, αν διακρίνουν τις ειδήσεις από το περιεχόμενο γνώμης κλπ. Υπήρξε κάποιο εύρημα που ανέτρεψε κάποια βεβαιότητά σας; Σε ποιο συμπέρασμα πρέπει να σταθούμε περισσότερο;
Το εύρημα το οποίο δεν περίμενα ήταν ότι υπήρχε διαφοροποίηση στην καλή χρήση των ψηφιακών μέσων και στη συμπεριφορά στα ΜΚΔ ανάμεσα σε όσους γνώριζαν τη θεωρία πίσω από τα τεχνικά ζητήματα, αλλά και σε όσους έλαβαν μόνοι τους πρωτοβουλία να εκπαιδευτούν, σε σχέση με όσους είχαν απλώς παρακολουθήσει κάποια τεχνική εκπαίδευση σε ψηφιακούς γραμματισμούς. Δηλαδή, φάνηκε ότι όσοι γνώριζαν πώς λειτουργούν τα ΜΜΕ και τα ΜΚΔ, ποιες είναι οι ευθύνες και ο ρόλος των μέσων, ποιοι είναι οι κανόνες λειτουργίας της πλατφόρμας, ποια στερεότυπα διακινούνται, κ.ο.κ. έκαναν καλύτερη και πιο σωστή χρήση των ψηφιακών μέσων. Η αυξημένη προσωπική κρίση είναι σημαντική διάσταση στο ΠΩΣ εκπαιδεύεται κάποιος στους ψηφιακούς γραμματισμούς. Και ακόμα καλύτερα απ’ όλους τα πήγαν όσοι είχαν λάβει μόνοι τους πρωτοβουλία να καταρτιστούν, πέρα από τυχόν σεμινάρια που τους προσέφερε το πανεπιστήμιο ή άλλος φορέας. Αναδείχθηκε έτσι η συνεισφορά της προσωπικής ευθύνης στην ψηφιακή ωριμότητα του ατόμου.
Ακόμα και όσοι προτιμούν την οθόνη του υπολογιστή λόγω των ευκολιών που προσφέρει στην διαχείριση, στην πρόσβαση κτλ., δηλώνουν ότι αποσπώνται και δεν την προτιμούν όταν θέλουν να διαβάσουν κάτι ώστε να το θυμούνται αργότερα.
Επίσης, ενώ ήταν αναμενόμενο (αφού αυτό δείχνει και η διεθνής βιβλιογραφία) ότι στην ανάγνωση κειμένων, οι περισσότεροι θα δήλωναν ότι μαθαίνουν και καταλαβαίνουν καλύτερα από χαρτί παρά από οθόνη, παρόλα αυτά τα ποσοστά ήταν εντυπωσιακά: 9 στους 10 σχεδόν δηλώνουν ότι η μάθηση (και η συγκέντρωση) είναι χειρότερη στην οθόνη, για κάθε χρήση που απαιτεί αφομοίωση του υλικού. Ακόμα και όσοι προτιμούν την οθόνη του υπολογιστή λόγω των ευκολιών που προσφέρει στην διαχείριση, στην πρόσβαση κτλ., δηλώνουν ότι αποσπώνται και δεν την προτιμούν όταν θέλουν να διαβάσουν κάτι ώστε να το θυμούνται αργότερα. Αυτή την προτίμηση την έχω επαληθεύσει αργότερα και σε άλλες μικρότερες, ποιοτικές, έρευνες και με άτομα σχολικής ηλικίας. Αυτό το εύρημα είναι σημαντικό για την χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής για την χρήση ψηφιακών οθονών: συχνά οι μαθητές και οι φοιτητές δεν είναι τόσο «ψηφιακά ικανοί» όσο πιστεύουμε· είναι απλώς συνεχώς ψηφιακά εκτεθειμένοι· ωστόσο, η αυξημένη ψηφιακή δραστηριότητα δεν οδηγεί απαραιτήτως και αυθορμήτως σε ψηφιακό γραμματισμό.
Χρειαζόμαστε ένα νέο εκπαιδευτικό παράδειγμα. Δεν θέλουμε τεχνολογία στο σχολείο επειδή «πρέπει να είμαστε (ή να φαινόμαστε) σύγχρονοι»· χρειαζόμαστε μια νέα παιδεία, ως εργαλείο κατανόησης, κριτικής σκέψης και ορθής χρήσης της γνώσης στον σύγχρονο υβριδικό κόσμο.
* Ο ΣΟΛΩΝ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Κατερίνα Χρυσανθοπούλου (Αθήνα, 1966), συγγραφέας, μεταφράστρια και ακαδημαϊκή ερευνήτρια, έχει μεταπτυχιακό τίτλο Γνωσιακής Επιστήμης (Cognitive Science), με ειδίκευση στη Γνωσιακή Ψυχογλωσσολογία, και είναι υποψήφια διδάκτορας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει πανεπιστημιακά πτυχία Πληροφορικής και Αγγλικής Φιλολογίας και δίπλωμα εξαετούς εκπαίδευσης στη σωματική ψυχοθεραπεία (μέθοδος Βιοσύνθεσης). Έχει μετεκπαιδευτεί στη θεραπευτική γραφή και συντονίζει εργαστήρια γραφής και προσωπικής ανάπτυξης. Έχει διατελέσει εθελόντρια γραμματέας στις ομάδες μητέρων του Συνδέσμου Θηλασμού Ελλάδος και είναι μέλος του Δικτύου δράσης για τη βρεφική και παιδική διατροφή.

Έχει δημοσιεύσει, από το 2004 ως σήμερα, ποιήματα και διηγήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά (Μανδραγόρας, (δ)έκατα, Πλανόδιον, Νησίδες, Δέντρο κ.ά.) και έχει εκδώσει τα βιβλία: Έτσι όπως ρούχο σε ντύνομαι (Ιδιωτική έκδοση, 2005), Η γυναίκα που έγραφε για τον άνδρα (Κέδρος, 2006), Πριμαβέρα: Κοιτάζω τα μάτια που κοιτάζουν εμένα (Τόπος, 2007), Το κινέζικο δωμάτιο (Τόπος, 2008), Πρωτόγαλα (Futura, 2009) και Τα μωρά είναι άνθρωποι της νύχτας (Μοτίβο 2012).



















