
Για τις «ταμπέλες» και τα στερεότυπα, το πώς κατασκευάζονται και το πώς αποδομούνται. Με αφορμή τα εικονογραφημένα βιβλία «Ταμπέλες» (μτφρ. Δέσποινα Δρακάκη, εκδ. Μάρτης) της Φούλβια Ντελ Ινοτσέντι και «Χωρίς ταμπελες» (μτφρ. Δέσποινα Δρακάκη, εκδ. Μεταίχμιο) της Λουθία Σεράνο. Εικόνα: Σύνθεση από τις εικονογραφήσεις των δύο βιβλίων.
Γράφει η Ελεύθερία Ράπτου
Οι άνθρωποι, για να μπορέσουν να κωδικοποιήσουν τις πληροφορίες, να λειτουργήσουν εντός των ομάδων, να συγκροτήσουν μηχανισμούς άμυνας αλλά και να συστήσουν σχέσεις, καταφεύγουν σχεδόν ασυνείδητα σε νοητικούς μηχανισμούς, οι οποίοι βοηθούν στην ταξινόμηση των ερεθισμάτων. Ο κόσμος που ζούμε είναι σύνθετος και η απλοποίησή του αποτελεί ανακουφιστική πρακτική, ιδίως σε περιβάλλοντα απαιτητικά. Οι απλουστεύσεις-σήματα, τα στερεότυπα και οι ταμπέλες που συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε καθημερινά, όσο και αν μοιάζει ότι βοηθούν στην καθημερινή μας επαφή με τους άλλους, δημιουργούν περιβάλλοντα ασφάλειας όπου το αλλότριο δεν φαίνεται απειλητικό ή αν φαίνεται μπορούμε να το αποφύγουμε, λειτουργούν εντέλει ενισχυτικά των προκαταλήψεων, οδηγούν σε διακρίσεις, ενώ στο όνομα της ομαδικότητας συχνά ακρωτηριάζεται η μοναδικότητα κάθε ατόμου.
Ωστόσο, αν οι κατασκευές των στερεοτύπων αφορούν μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων, στη βάση κοινότοπων και απλουστευμένων πεποιθήσεων, οι ταμπέλες είναι περισσότερο προσδιορισμοί με τους οποίους ερμηνεύουμε συνοπτικά κάθε άτομο χωριστά, το κατηγοριοποιούμε σύμφωνα με κάποιο χαρακτηριστικό το οποίο κρίνουμε ως επικρατέστερο και στη συνέχεια τροποποιούμε τη συμπεριφορά μας αναλόγως αυτής της παραδοχής. Αυτής της κατάταξης. Στερεότυπα και ταμπέλες λειτουργούν ενισχυτικά αλλά και υπονομευτικά για τις ομάδες και τα άτομα. Ενώ υποτίθεται ότι δύνανται να ενισχύσουν την συνοχή στην ομάδα αλλά και την «επιτυχή» πλην οπωσδήποτε αμυντική αλληλόδραση μεταξύ των ατόμων, στην ουσία έχουν σημαντικές επιπτώσεις στις κοινωνικές σχέσεις, στη διαδικασία αυτοπροσδιορισμού, στην ωρίμαση του υποκειμένου, στην πολυσθενή προσέγγιση της προσωπικότητας κάθε ατόμου.
Δύο βιβλία για παιδιά αλλά και για μεγάλους (γονείς, κηδεμόνες, δασκάλους, γενικότερα τους κρίσιμους δρώντες), μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμο εργαλείο για την ανακάλυψη του εαυτού, την αποδοχή του γεγονότος ότι όλοι είμαστε πολύ παραπάνω από μια ταμπέλα.
Η κάθε ταμπέλα, το κάθε άκαμπτο προσδιοριστικό, ισοδυναμεί με μια δυναμική πλαισίωση και δείξη, ικανές να αποδομήσουν και να αναδομήσουν το πρόσωπο, να το σκηνοθετήσουν, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Όταν για κάθε άτομο, ένα προεξάρχον χαρακτηριστικό του, μια πράξη του που απομονώνεται και χρησιμοποιείται για να αποδώσει την ουσία του υποκειμένου, μια επιλογή του κ.ο.κ., χρησιμοποιούνται ως στερεοτυπικά της προσωπικότητάς του, οι επιπτώσεις αφορούν σε διάφορα επίπεδα της καθημερινότητάς του. Ιδίως όταν οι ταμπέλες, τα προσδιοριστικά, αφορούν παιδιά και όταν αυτές γίνονται με οποιοδήποτε τρόπο αποδεκτές, κοινόκτητες, τότε είναι βέβαιο ότι τόσο τα παιδιά τα οποία αφορούν οι μονοσήμαντοι χαρακτηρισμοί όσο και ο περίγυρός τους, τείνουν ασυνείδητα να προσαρμόζουν συμπεριφορές, δράσεις και προσδοκίες με βάση ακριβώς αυτές τις ταμπέλες, καμιά φορά ακόμα και αν πρόκειται για την προσπάθεια υπέρβασής τους. Συγκροτείται ένας υποκειμενικός και κοινωνικός χώρος όπου η ισχύς της «αυτοεκπληρούμενης προφητείας» είναι γεγονός. Ο εγκλεισμός σε ισχυρές νοηματοδοτήσεις συχνά απαλείφει το διαφεύγον, το απροσδόκητο, το άτυπο, τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία και των χαρακτήρων και των συνομαδώσεων. Τι σημαίνει άραγε να είσαι ευαίσθητος, πολυλογάς, ιδιοφυής, ονειροπόλος, πεισματάρα, φορτικός, ακατάστατος, γκρινιάρα, ζηλιάρης, τεμπέλης, ζημιάρα, γλυκιά, απότομος, καλομαθημένη και τόσα άλλα που υπερκαθορίζουν και επισκιάζουν το πρόσωπο, το οποίο είναι μια οντότητα περίπλοκη και οπωσδήποτε όχι μονοσήμαντη; Τι επίδραση μπορεί να έχει το παιχνίδι της ταμπέλας στα παιδιά και μάλιστα μέσα στον οικογενειακό, κοινωνικό και ειδικά τον σχολικό περίγυρο;
Δύο πρωτότυπες και διεισδυτικές ιστορίες εξετάζουν το ζήτημα της απόδοσης ταμπελών στα παιδιά, αυτών των «κλειδωμένων» υπερπροσδιορισμών, μέσα από φρέσκια οπτική στο θέμα. Δύο βιβλία για παιδιά αλλά και για μεγάλους (γονείς, κηδεμόνες, δασκάλους, γενικότερα τους κρίσιμους δρώντες), μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμο εργαλείο για την ανακάλυψη του εαυτού, την αποδοχή του γεγονότος ότι όλοι είμαστε πολύ παραπάνω από μια ταμπέλα. Η ψυχή, το μυαλό, η καρδιά των παιδιών χρειάζονται χώρο και χρόνο και η προσωπικότητά τους που αναπτύσσεται, δεν μπορεί να είναι απότοκος μιας απόφανσης που δεσμεύει αντί να ελευθερώνει τις δυνατότητες τους.
Ταμπέλες - Χωρίς Ταμπέλες
Το πρώτο βιβλίο με τον τίτλο Ταμπέλες, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μάρτης, σε κείμενο της Fulvia Degl’ Innocenti , εικονογράφηση της Ilaria Musazzi και μετάφραση Δέσποινας Δρακάκη.
Το δεύτερο έχει τίτλο Χωρίς Ταμπέλες με κείμενο και εικονογράφηση της Λουθία Σεράνο, και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Τα δύο βιβλία, τα οποία απευθύνονται σε παιδιά από 4 έως και 8 ετών, τηρούν κοινή γραμμή: Κάθε παιδί είναι πολύ περισσότερα από αυτό που φαίνεται με την πρώτη ματιά και οπωσδήποτε μπορεί να γίνει η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του, όταν δεν το εγκλωβίζουμε σε στενά αξιολογικά κριτήρια και απόλυτες διαπιστώσεις. Υπάρχει πάντα ένα μεγάλο «αλλά» και ένα «και» που ενώνουν τα ποικίλα κομμάτια της προσωπικότητας και μάλιστα της προσωπικότητας των παιδιών που εξελίσσεται γοργά. Οι συγγραφείς των δύο βιβλίων εξετάζουν με ευαισθησία, χιούμορ και απλό λόγο το ζήτημα των «ταμπελών». Κομψή και προσεγμένη χρήση πλήθους επιθετικών προσδιορισμών, και αντιστίξεων, χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν ποικίλους χαρακτήρες και δράσεις. Φτιάχνεται έτσι μια «πινακοθήκη» από δραματικά πρόσωπα, τα οποία μπορεί να είναι «έτσι, αλλά και αλλιώς». Η ματιά των μεγάλων αλλά και η ματιά των μικρών, συγκατοικούν στα μικρά σενάρια ρόλων των δύο βιβλίων, οι συγγραφείς των οποίων έχουν ξεκάθαρη στόχευση: να σκεφτούμε έξω από τα στερεότυπα και να κοιτάξουμε πέρα από τις ταμπέλες. Να προσεγγίσουμε κάθε παιδί ως εξελισσόμενη προσωπικότητα και κάθε παιδί να πιστέψει στον εαυτό του με στόχο να γίνει η καλύτερη εκδοχή του. Και ναι, είναι εντάξει που είμαστε όλοι διαφορετικοί. Μέσα από τη διαφορετικότητα αξίζει να βρούμε τον κοινό τόπο, εκεί που όλοι μπορούμε να εκφραστούμε αλλά και να συνυπάρξουμε, να συνεργαστούμε, να στοιχηθούμε σε έναν στόχο.
Η μετάφραση των δύο κειμένων από τη Δέσποινα Δρακάκη είναι προσεκτική, ζυγισμένη και οικονομική χωρίς φιλολογική εμφατικότητα. Είναι απολύτως συνεπής με το θεωρητικό και εικονοποιητικό εγχείρημα. Και τα δύο βιβλία διαφορετικών συγγραφέων και εικονογράφων, σχοινοβατούν πάνω στη καθοδηγημένη αστάθεια, στην οργανωμένη «αδεξιότητα», στην κειμενική εγκράτεια -αν και ίσως σε ορισμένα σημεία και στα δύο πιθανόν να παραμονεύει δυνάμει μια εκδοχή διδακτισμού και η προσαρμογή στα πολιτικά ρεύματα μιας ορθοκανονικής ερμηνείας του κόσμου, όσο και αν αυτή μοιάζει προς ώρας προοδευτική. Λεπτομέρειες ίσως, που δεν αλλοιώνουν το θετικό εγχείρημα, ωστόσο η επισήμανσή τους βοηθάει περισσότερο τους ενήλικους στην κοινή ανάγνωση και συζήτηση με τα παιδιά. Εντέλει η κειμενική προτροπή «να μην είστε τα προσδιοριστικά επίθετα αλλά ο εαυτός σας» είναι εύληπτο, χωρίς να πειθαναγκάζει τον αναγνώστη. Διατυπώνεται, ήπια, εύτακτα, επιτρεπτικά.
Το εμπρόθετα ατελές συστήνει τις δικές του συνέχειες, ενότητες, επιτρέπει στα παιδιά να βρουν κάτι από το δικό τους τρόπο αναπαράστασης του κόσμου.
Αξίζει όμως κλείνοντας να πούμε και δυο λόγια για την εικονογράφηση των δύο βιβλίων που μοιράζονται κοινούς αισθητικούς τόπους. Η «παιδικόμορφη» ζωγραφική που επιστρατεύουν τόσο η Musazzi στο βιβλίο «Ταμπέλες», όσο και η Σεράνο στο βιβλίο «Χωρίς Ταμπέλες» μπορεί εντέλει να διαπαιδαγωγήσει πολύ εντονότερα από τη εικονογραφική στίλβη ορισμένων λαμπρών κόμιξ ή εικονογραφικών επιτευγμάτων.
![]() |
|
Από το βιβλίο «Χωρίς ταμπέλες» της Λουθία Σεράνο. |
Το εμπρόθετα ατελές συστήνει τις δικές του συνέχειες, ενότητες, επιτρέπει στα παιδιά να βρουν κάτι από το δικό τους τρόπο αναπαράστασης του κόσμου. Έτσι, οι μικρές ανήσυχες χειρονομίες π.χ. της ξυλομπογιάς στο «Ταμπέλες», αποκτούν δύναμη μέσα στην ήσυχη «έρημο» του λευκού χαρτιού. Οι κόκκινες λέξεις, τα επίθετα, που στοιχειοθετούν το θεωρητικό διάβημα του παραμυθιού (δηλαδή τον μη εγκλεισμό σε υπερκείμενα προσδιοριστικά), λειτουργούν ως συνεικόνα παρά ως συγκείμενο που περιβάλει μια εικόνα. Οι μεγάλες περιοχές λευκού αζωγράφιστου χώρου, σχεδόν προσκαλούν τον μικρό αναγνώστη: «ζωγράφισε μέσα στη δική μου εικόνα. Να παρέμβεις. Να διορθώσεις, να συμπληρώσεις». Έτσι ένας πιθανώς υποτονθορύζων διδακτισμός, υπερκαλύπτεται από την προτροπή της συγκρατημένης μορφικής διαπραγμάτευσης. Η σύνθεση και των δύο εικονογράφων είναι απλωμένη, ανοικτή, φιλόξενη, σχεδόν απροειδοποίητα ελκτική. Όπως τα κείμενα επιτρέπουν, έτσι και οι εικόνες εμπλουτίζουν, ελευθερώνουν τη φαντασία, δεν παραχωρούν. Αυτό είναι η μεγαλύτερη δύναμή τους. Η αναγνωστική και εικονική «δημοκρατία» των δύο βιβλίων, η επιτρεπτικότητα, είναι στοιχεία που ελκύουν το κορεσμένο οπτικά και αναγνωστικά κοινό και συμμαχούν ευφυώς μαζί του, ακριβώς για να μη του παραδοθούν ως έτοιμη απάντηση αλλά ως τροφή για σκέψη.
* Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΑΠΤΟΥ είναι διδάκτωρ ΕΜΠ, θεατρολόγος-εκπαιδευτικός, κριτικός θεάτρου και παραστατικών τεχνών, κριτικός βιβλίου.




















