
Για το εικονογραφημένο βιβλίο «Λαφκάντιο, το λιοντάρι που ήξερε να πυροβολεί» (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, Άγγελος Αγγελίδης) του Σελ Σιλβερστάιν, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Γράφει η Ελένη Κορόβηλα
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Εξήντα τρία χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του, το εικονογραφημένο βιβλίο Λαφκάντιο, το λιοντάρι που ήξερε να πυροβολεί, το βιβλίο που καθιέρωσε τον Σελ Σιλβερστάιν ως δημιουργό βιβλίων για παιδιά, επανακυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διόπτρα που τα τελευταία χρόνια φροντίζουν για τη συγκέντρωση του έργου του σε νέες μεταφράσεις των Μαρίας Αγγελίδου και Άγγελου Αγγελίδη και φροντισμένες εκδόσεις.
Το λιοντάρι Λαφκάντιο πρωτοέκανε την εμφάνισή του στις σελίδες ενός εντύπου που δεν θα περίμενε κανείς να βρει ύλη για μικρά παιδιά, πόσο μάλλον τόσο λεπτών αποχρώσεων και ανοιχτών οριζόντων. Στο πλαίσιο της συνεργασίας του αλλά και της φιλίας του με τον εκδότη Χιού Χέφνερ, ο Σιλβερστάιν δημοσίευσε την ιστορία του λιονταριού στο τεύχος Νοεμβρίου 1963 του Playboy. Σύντομα, όμως, η ιστορία αυτονομήθηκε και και εκδόθηκε σε βιβλίο, ένα βιβλίο που άνοιξε τον δρόμο προς την καταξίωση του δημιουργού του ως συγγραφέα για παιδιά. Το πώς από μια αναπάντεχη πηγή ανάβλυσε ένα ολόδροσο κοίτασμα που τελικά φάνηκε ότι απευθυνόταν (και) σε ένα εντελώς διαφορετικό κοινό από αυτό του εμβληματικού «ανδρικού» περιοδικού είναι μια διαδικασία που δεν θα πρέπει να μας ξενίζει αν λάβουμε υπόψη τη διαδρομή του πολυτάλαντου, παραγωγικότατου και ταυτόχρονα εξαιρετικά εσωστρεφή και μοναχικού δημιουργού, που σε όλη του την καριέρα ζητούσε να μην δημοσιοποιούνται βιογραφικά του στοιχεία. Διαβάζοντας την ιστορία του Λαφκάντιο συμπεραίνει κανείς ότι το περιβάλλον στο οποίο ξεπρόβαλε για πρώτη φορά, ένα περιβάλλον που με σημερινούς όρους θα περιγραφόταν ως «τοξικής αρρενωπότητας», ήρθε ως απάντηση στην εσωτερική αναζήτηση του νεαρού λιονταριού, και πολλών άλλων νεαρών που εξέφρασε, που δεν θέλει να ζήσει τη ζωή του όπως άλλοι την έχουν προδιαγράψει για αυτό.
Η ιστορία ξεκινά με τον «θείο Σέλμπι», άλτερ έγκο του συγγραφέα, να αφηγείται τη ζωή του «πιο παράξενου λιονταριού». Στα 11 κεφάλαια που ακολουθούν το μικρό λιοντάρι έχει την περιέργεια να γνωρίσει με τι μοιάζουν οι κυνηγοί, δηλώνει ότι «δεν είναι ανθρωποφάγο λιοντάρι» αλλά τελικά εκπληρώνει τις προσδοκίες για το ποιος πρέπει να είναι κατασπαράζοντας τον πρώτο κυνηγό που βρίσκεται στο διάβα του. Σιγά σιγά αποκαλύπτεται ότι είναι ένα φιλοπερίεργο και θαυμαστό λιοντάρι που αγαπά τις λέξεις και τους ήχους τους όπως αυτόν της λέξης μαρσμέλοου αλλά το σύστημα μετατρέπει τον Λαφκάντιο σε σταρ αλλοτριώνοντάς τον από τα δικά του στοιχεία ταυτότητας.
Η σκηνή που ο Λαφκάντιο υποδέχεται τον αφηγητή κλαίγοντας είναι μια συγκλονιστική σκηνή συνειδητοποίησης, ενώ σχεδιαστικά το λιοντάρι με τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του είναι μια σπαρακτική φιγούρα που όμως δεν προκαλεί θλίψη στον αναγνώστη.
Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, κάποια στιγμή που το λιοντάρι έχει γίνει ένα πλάσμα που έχει απομακρυνθεί από το είδος του και έχει μοιάσει εντυπωσιακά πολύ με τους ανθρώπους αλλά δεν βρίσκει πια σε τίποτα νόημα μια που αντιλαμβάνεται ότι δεν ανήκει πουθενά, στρέφεται «στον πιο σοφό», τον θείο Σέλμπι. Η σκηνή που ο Λαφκάντιο υποδέχεται τον αφηγητή κλαίγοντας είναι μια συγκλονιστική σκηνή συνειδητοποίησης, ενώ σχεδιαστικά το λιοντάρι με τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του είναι μια σπαρακτική φιγούρα που όμως δεν προκαλεί θλίψη στον αναγνώστη. Ακόμη και τα μικρότερα παιδιά που εκφράζουν τα συναισθήματά τους αφήνοντάς τα να ξεσπάσουν με το κλάμα, αντιλαμβάνονται ότι στα δάκρυα που κυλούν ότι για τον Λαφκάντιο έχει αρχίσει η διαδικασία της λύτρωσης.
Στο ανοιχτό τέλος της ιστορίας οι αναγνώστες πληροφορούνται ότι ο Λαφκάντιο φεύγει χωρίς να ξέρουμε πού πηγαίνει και ο αφηγητής διατυπώνει μια σκέψη ελπιδοφόρα και γεμάτη πίστη για τη ζωή που τραβά την ανηφόρα: «Και δεν ήξερε στ' αλήθεια πού πήγαινε, αλλά ήξερε ότι πήγαινε κάπου. Γιατί πάντα πρέπει να πηγαίνεις κάπου, έτσι δεν είναι; Και δεν ήξερε στ' αλήθεια τι θα συνέβαινε, αλλά ήξερε ότι κάτι θα συνέβαινε, γιατί πάντα κάτι συμβαίνει, έτσι δεν είναι;»
Στα αγγλικά ο τίτλος της ιστορίας είναι "Lafcadio: the lion who shot back". Η αρχική απόδοση (εκδ. Δωρικός, 2008, μετάφραση Μαρία Κλάδου) στα ελληνικά ως «Το λιοντάρι που ήξερε να πυροβολεί» διατηρήθηκε και στη μετάφραση των Μαρίας Αγγελίδου και Άγγελου Αγγελίδη. Μια επιλογή που ενδεχομένως έγινε προς όφελος της εκδοτικής συνέχειας του βιβλίου. Ίσως όμως με την επιλογή αυτή χάθηκε η ευκαιρία για μια νέα απόδοση πιο κοντά στο πνεύμα του Σιλβερστάιν που θέλει το λιοντάρι του να ανακτά την αυτοκυριαρχία του και να έχει τον τελευταίο λόγο, στοχεύοντας και ανταπαντώντας ευθύβολα στο σύστημα που απείλησε να του αλλοιώσει την ταυτότητα.
Σε ποιες ηλικίες απευθύνεται
Η εικονογραφημένη ιστορία του Λαφκάντιο είναι μια κατεξοχήν διηλικιακή ιστορία, ένα παραμύθι για τους μικρούς, από περίπου 6 ετών, αλλά και για τους μεγάλους, που μπορεί να διαβάζεται με τα γυαλιά κάθε ηλικίας και να γεννά διαφορετικές σκέψεις και συναισθήματα ενώνοντας όμως όλους τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες με το απλό μα βαθύ ύφος της γραφής.
- Διαβάστε επίσης: «Το δέντρο που έδινε» του Σελ Σίλβερσταϊν – Ένα διαχρονικό ποίημα για «μια Μηλιά που αγαπούσε ένα παιδάκι· πολύ»
Ποιος είναι ο Σελ Σιλβερστάιν ή Σίλβερστιν
Ο Sheldon Allan Silverstein (1930-1999) γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Σικάγο των ΗΠΑ. Ασχολήθηκε με τη συγγραφή, την ποίηση, τη δημιουργία κινουμένων σχεδίων, τη σύνθεση μουσικής και το θέατρο. Για τα παιδιά ήταν ο «θείος Σέλμπι» που αφηγούνταν ιστορίες με τα λιτά σκιτσάκια του και τα γεμάτα ρυθμό και πνεύμα κείμενά του, άλλοτε σε στίχο και άλλοτε σε ελεύθερο πλάγιο λόγο.

Είναι ευρέως γνωστός για τις εικονογραφημένες ιστορίες που δημιούργησε, όπως Το Δέντρο που Έδινε, Στην Άκρη του Πεζοδρομίου, Το Κομμάτι που Λείπει Συναντά το Μεγάλο Ο, Ποιος Θέλει έναν Φτηνό Ρινόκερο; και Ένα Φως στη Σοφίτα. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 47 γλώσσες και έχουν πουλήσει περισσότερα από είκοσι εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως.
- Διαβάστε επίσης: «Το κομμάτι που λείπει» και «Το κομμάτι που λείπει συνάντησε το μεγάλο Ο» του Σελ Σιλβερστάιν – Αναζητώντας το άλλο μας μισό
Για ποιο λόγο θα το αγαπήσουν τα παιδιά
Παιδιά ηλικίας 6 με 7 ετών που διαβάζουν με άνεση, και φυσικά και αρκετά μεγαλύτερα, θα χαρούν ένα ζωντανό κείμενο γεμάτο εκπλήξεις, γλωσσικές και αφηγηματικές, θα ξαφνιαστούν και θα γελάσουν με τις ηχομιμητικές λέξεις που δίνουν ρυθμό και τα λογοπαίγνια που κάνουν την ανάγνωση παιχνίδι. Γκρόγκραφ, Ρουρρργκ ή Γκρμμμμφ... Το μεταφραστικό δίδυμο των Μαρίας Αγγελίδη και Άγγελου Αγγελίδη έχει δουλέψει ακόμη ένα βιβλίο του λεξιπλάστη Σίλβερσταϊν παραδίδοντας ένα κείμενο που κάνει τα παιδιά να πιστεύουν ότι γράφτηκε απευθείας στα ελληνικά.
- Διαβάστε επίσης: Οι Μαρία Αγγελίδου & Άγγελος Αγγελίδης στον κόσμο του Σελ Σιλβερστάιν: «Όλα τα κείμενά του βρίθουν από δικές του λέξεις»
Για ποιο λόγο να το επιλέξουν οι ενήλικες
Μία αβίαστη απάντηση είναι για να το χαρούν οι ίδιοι, να ξαναβρούν τη χαρά της ανάγνωσης, να επιβραδύνουν τον χρόνο παρατηρώντας τα λεπτοδουλέμενα σκίτσα ακολουθώντας με το βλέμμα και τη σκέψη τις γραμμές τους που φτιάχνουν δευτερεύουσες πλοκές διαστέλλοντας έτσι τον αφηγηματικό χρόνο και άρα τον χρόνο της απόλαυσης. Επιλέγοντας να προτείνουν σε ένα σημερινό παιδί την ιστορία του Λαφκάντιο θα του χαρίσουν μια νέα προοπτική κάνοντας το να σκεφτεί ότι «τα πάντα δεν είναι το παν» όπως λέει στοχαστικά ο εξανθρωπισμένος λιονταρής τη στιγμή που αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για να βρει ποιος είναι και ποιος θέλει να είναι.
*Η ΕΛΕΝΗ ΚΟΡΟΒΗΛΑ είναι δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός.
Στο παρακάτω βίντεο ακούμε τον Σελ Σιλβερστάιν να αφηγείται την αρχή της ιστορίας του Λαφκάντιο, το λιοντάρι που ήξερε να πυροβολεί :





















