
«Ήθελα να κάνω τη γλώσσα υπερδύναμη, μιας και τη μεταχειριζόμαστε στην πραγματική ζωή. Έχει τη δύναμη να επηρεάζει τον τρόπο που αισθάνονται τα παιδιά, να αλλάξει την κοινωνία μας» μας είπε η Σ.Φ. Γουίλιαμσον (S.F. Williamson), που επισκέφτηκε την Ελλάδα για να συμμετάσχει στο Fantasy Festival.
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Όσοι γνωρίζουν Ιστορία και ακούν για το Μπλέτσλεϊ Παρκ, ίσως σκέφτονται αυτομάτως το κέντρο όπου κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μια ομάδα εργάστηκε για την αποκρυπτογράφηση των κωδικών των Γερμανών – ανάμεσα στους οποίους βρισκόταν και ο Άλαν Τούρινγκ, ο «εφευρέτης» της τεχνητής νοημοσύνης. Κάτι που δεν γνωρίζουν, όμως, πολλοί είναι πως ανάμεσα στους επιστήμονες, τους σκακιστές και τους διάφορους ειδικούς, στο εγχείρημα του Μπλέτσλεϊ Παρκ συμμετείχαν και αρκετοί έφηβοι.
Αυτό μας υπενθύμισε η Σ.Φ. Γουίλιαμσον, συγγραφέας των επιτυχημένων μυθιστορημάτων του φανταστικού για εφήβους Η γλώσσα των δράκων και Ο πόλεμος των Γουάιβερν (μτφρ. Μαρία Φακίνου, εκδ. Διόπτρα). Στη δική της εκδοχή, σε μια εναλλακτική πραγματικότητα όπου οι άνθρωποι συνυπάρχουν με τους δράκους, η ηρωίδα της, η Βίβιαν, στρατολογείται από την κυβέρνηση για να αποκρυπτογραφήσει μια δρακόντεια γλώσσα στο αντίστοιχο Μπλέτσλεϊ Παρκ.
Η συγγραφέας επισκέφτηκε την Ελλάδα για να συμμετάσχει στο Fantasy Festival, ως επίσημη διεθνής προσκεκλημένη της φετινής διοργάνωσης. Τη συναντήσαμε στον χώρο του φεστιβάλ και μας αφιέρωσε λίγο από τον χρόνο της για να απαντήσει στις ερωτήσεις μας για τα μυθιστορήματά της. Στη χορταστική συζήτησή μας, μιλήσαμε για το συγγραφικό της εργαστήρι, τη σημασία της γλώσσας στη μυθοπλασία της, τους δράκους, αλλά και το γιατί οι έφηβοι και τα παιδιά πλέον διαβάζουν λιγότερο.
Στη συνέχεια, παρακολουθήσαμε την εκδήλωση στην οποία συμμετείχε η Σ.Φ. Γουίλιαμσον, στην κατάμεστη αίθουσα όπου μίλησε αναλυτικά για τις γωνιές και τις ιδιαιτερότητες του μαγικού της κόσμου.
Ένα «άλλο» Λονδίνο, του 1923. Πώς ξεκινήσατε να υφαίνετε τον κόσμο σας; Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα;
Χρόνια προτού γράψω το βιβλίο, είδα ένα όνειρο για μια γυναίκα που την κυνηγούσαν δράκοι στα βουνά της Νότιας Αγγλίας, όπου ζει ο πατέρας μου. Όταν αποφάσισα να γράψω το μυθιστόρημα, ξεκίνησα από αυτή τη σκηνή, σκεπτόμενη ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η γυναίκα.
Εκείνη την περίοδο εργαζόμουν ως μεταφράστρια λογοτεχνίας, οπότε απέκτησε και εκείνη το ίδιο επάγγελμα. Στην αρχή, υπήρχαν δύο ηρωίδες, δυο αδερφές: η μία περιτριγυριζόταν από δράκους σε ένα νησί, η άλλη δούλευε πάνω σε κάτι που είχε να κάνει με τους δράκους, στο Λονδίνο. Εντέλει, κράτησα μονάχα τη δεύτερη, που έγινε μεταφράστρια από τις γλώσσες των δράκων.
Έτσι γεννήθηκε η πρώτη σπίθα. Καθώς έψαχνα για σχολές όπου διδάσκονταν γλώσσες τη δεκαετία του 1920, ανακάλυψα την Κυβερνητική Σχολή Κωδικών και Κρυπτογραφίας του Μπλέτσλεϊ Παρκ. Δεν ήξερα ότι, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η υπηρεσία είχε χρησιμοποιήσει, μεταξύ άλλων, και εφήβους για την αποκρυπτογράφηση των μηνυμάτων των Γερμανών. Αυτό το γεγονός μού έδωσε επίσης έμπνευση.
Δεν έφτιαξα ολόκληρες τις γλώσσες, όπως ο Τόλκιν. Δεν είχα τόσο χρόνο. Δανείστηκα στοιχεία από διάφορες γλώσσες για να φτιάξω τις δρακολαλιές μου.
«Ονειρεύομαι πάλι στα δρακονικά. Οι μακριές, περίπλοκες προτάσεις μού έρχονται πιο εύκολα στον ύπνο απ’ ό,τι όταν είμαι ξύπνια και, λίγο προτού ανοίξω τα μάτια, το μυαλό μου στέκεται σε μία λέξη: Mengkhenyass». Η επινόηση νέων γλωσσών είναι παράδοση όσον αφορά στη λογοτεχνία του φανταστικού – εσείς, όμως, δίνετε μεγάλη βαρύτητα, κάνετε τις γλώσσες και πιο συγκεκριμένα, τη μετάφραση, στοιχεία της πλοκής σας. Μιλήστε μας για αυτή την επιλογή.
Εργαζόμουν ως μεταφράστρια λογοτεχνίας και επίσης μεγάλωσα ως δίγλωσση στη Γαλλία. Οι γονείς μου δεν μιλούσαν γαλλικά, οπότε έπρεπε να χειρίζομαι δύο διαφορετικές γλώσσες για να επικοινωνώ μέσα στη μέρα μου, καθεμιά με το δικό της πολιτισμικό φορτίο.
Στη λογοτεχνία του φανταστικού, πολύ συχνά ο ήρωας ή η ηρωίδα έχουν κάποια μαγική υπερδύναμη, κάποιο όπλο που τους έχει δοθεί από κάποια ανώτερη δύναμη. Ήθελα να κάνω τη γλώσσα υπερδύναμη, μιας και τη μεταχειριζόμαστε στην πραγματική ζωή. Έχει τη δύναμη να επηρεάζει τον τρόπο που αισθάνονται τα παιδιά, να αλλάξει την κοινωνία μας, να καθορίσει την πολιτική.
Δεν έφτιαξα ολόκληρες τις γλώσσες, όπως ο Τόλκιν. Δεν είχα τόσο χρόνο. Δανείστηκα στοιχεία από διάφορες γλώσσες για να φτιάξω τις δρακολαλιές μου.
Ποιες χρησιμοποιήσατε;
Για τη γαλλική δρακόγλωσσα, χρησιμοποίησα τα γαλλικά, τα λατινικά και τα αρχαία νορβηγικά. Για τη σλαβική εκδοχή, βουλγαρικά και ελληνικά. Δεν μιλώ αυτές τις γλώσσες, χρησιμοποίησα το Google Translate για να βρω, για παράδειγμα, πώς λέγεται το «αυγό δράκου» σε κάθε μία και χρησιμοποίησα στοιχεία από τις ρίζες των λέξεων, τα οποία ανέμειξα μεταξύ τους, ερευνώντας ταυτόχρονα τη μυθολογία της κάθε χώρας. Δεν ακολουθούσα αυστηρά κάποια συγκεκριμένη μέθοδο, αλλά δεν προσέθετα κιόλας απλώς γράμματα στη σειρά.

Οι δράκοι, επίσης, είναι ένα κλασικό στοιχείο της νεανικής λογοτεχνίας του φανταστικού. Τους έχουμε δει να πρωταγωνιστούν στον Έραγκον και τις συνέχειές του, εμφανίζονται στο Χόμπιτ και ακόμη και στη λογοτεχνία για ενήλικες, τα βιβλία του Τζορτζ Ρ. Ρ. Μάρτιν κλπ. Ο δικός σας κόσμος πώς παρουσιάζει στους νέους αυτό το μυθικό πλάσμα;
Η φιγούρα του δράκου μάς τραβά το ενδιαφέρον παγκοσμίως. Οι δράκοι εμφανίζονται στις λαογραφικές αφηγήσεις κάθε κουλτούρας, μάλλον επειδή μας ασκούν γοητεία τα αρχαία, σοφά πλάσματα. Νομίζω πως και οι δικοί μου δράκοι είναι έτσι, αλλά επίσης, υπάρχει και μια ανθρώπινη πλευρά στον χαρακτήρα τους, κάτι που προσπαθώ να δείξω μέσω του στοιχείου της γλώσσας. Ιδίως στο δεύτερο βιβλίο, όπου υπάρχουν ανθρωπόμορφοι δράκοι.

Καθώς έφτιαχνα τους δράκους μου, δεν κοίταζα καθόλου παρόμοιες ιστορίες, καθώς δεν ήθελα να επηρεαστώ ή να πάρω στοιχεία άλλων. Νομίζω πως το πιο ξεχωριστό στοιχείο, όσον αφορά στους δικούς μου δράκους, είναι το ότι είναι όλοι πολύγλωσσοι, εκτός από τους Βούλγαρους – και υπάρχει λόγος για αυτό. Τα δύο στοιχεία που αντιπροσωπεύουν τη δύναμη στα βιβλία μου, η γλώσσα και οι δράκοι, σχετίζονται μεταξύ τους.
Η λογοτεχνία του φανταστικού, στην εποχή μας, έχει κερδίσει ευρεία αποδοχή. Με ποιους τρόπους πιστεύετε πως ένας συγγραφέας που γράφει σε αυτό το είδος μπορεί να μιλήσει στους νέους αναγνώστες για ζητήματα του πραγματικού κόσμου; Ποιες ισορροπίες πρέπει να τηρούνται;
Νομίζω πως η λογοτεχνία του φανταστικού μάς δίνει τα κατάλληλα εργαλεία ώστε να εξετάσουμε με λοξό τρόπο αληθινά θέματα, κοινωνικά και πολιτικά. Παίρνουμε μια απόσταση από τα ζητήματα που μας απασχολούν, μοιάζουν λιγότερο οικεία, και έτσι μπορούμε να τα δούμε με διαφορετική ματιά. Να συνειδητοποιήσουμε αλήθειες που αγνοούμε. Τα βιβλία μου μιλούν για τις ανισότητες, τα προνόμια που κάποιοι απολαμβάνουν και κάποιοι όχι -υπάρχει ένα ταξικό σύστημα στον κόσμο που έφτιαξα-, αλλά και για την επανάσταση – κάτι που συναντάμε συχνά στη νεανική λογοτεχνία του φανταστικού.
![]() |
|
Η Σ.Φ. Γουίλιαμσον με τον συντάκτη της Book Press, Σόλωνα Παπαγεωργίου |
Στην πραγματικότητα, όμως, επέλεξα τον φανταστικό κόσμο, επειδή αγαπώ τη λογοτεχνία του φανταστικού. Να τη διαβάζω και να τη γράφω.
Συχνά διαβάζουμε πως τα παιδιά και οι νέοι διαβάζουν όλο και λιγότερο, ιδίως για ευχαρίστηση, στον ελεύθερό τους χρόνο. Πιστεύετε πως μια σειρά βιβλίων, παρά ένας αυτοτελής τόμος, μπορεί να ωθήσει τους νέους να γίνουν συστηματικοί αναγνώστες; Ποια είναι η δική σας εμπειρία;
Είναι κάτι που φαίνεται πως ισχύει. Για αυτό ευθύνονται οι οθόνες, αλλά και ο περιορισμός της κρατικής χρηματοδότησης για τις τέχνες, τουλάχιστον στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν παρέχεται στήριξη προς τις βιβλιοθήκες, για παράδειγμα. Νομίζω πως τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης μπορούν να έχουν θετική επίδραση, πάντως. Ιδίως μέσα στον κόβιντ, το BookTok έκανε πολλά παιδιά να στραφούν προς τα βιβλία.
Όσον αφορά στο εάν μια σειρά μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά να διαβάζουν τακτικότερα, πιστεύω πως εξαρτάται από το άτομο. Από το τι είδους αναγνώστης είναι. Δηλαδή, εάν ένα παιδί δεν διαβάζει πολύ εντατικά, ίσως προτιμήσει μια αυτοτελή ιστορία. Κάποιοι άλλοι αναγνώστες δεν διαβάζουν μια σειρά μέχρι να μεταφραστεί κάθε βιβλίο στη γλώσσα τους, ώστε να μπορέσουν να διαβάσουν ολόκληρη την ιστορία.
Επισκεφτήκατε την Ελλάδα για πρώτη φορά, για να συμμετάσχετε στο Fantasy Festival. Πώς είναι η συνάντησή σας με το ελληνικό κοινό;
Είμαι μονάχα λίγες ώρες στην Ελλάδα, αλλά μέχρι στιγμής όλοι είναι πολύ φιλικοί και ενθουσιώδεις απέναντί μου. Μου προτείνουν μέρη για να επισκεφτώ κατά την παραμονή μου. Έχω συναντήσει πολλούς αναγνώστες μου, διαφορετικών ηλικιών, κάποιοι από τους οποίους έχουν διαβάσει τα βιβλία μου και στα ελληνικά και στα αγγλικά. Είναι μια πολύ θετική εμπειρία.
*Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
H Σ.Φ. Γουίλιαμσον (S.F. Williamson) είναι συγγραφέας και μεταφράστρια. Μεγάλωσε στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία. Σπούδασε γαλλικά και ιταλικά στο Πανεπιστήμιο του Μπαθ και κατέχει μεταπτυχιακό δίπλωμα συγγραφής νεανικής λογοτεχνίας.

Το ντεμπούτο της, Η γλώσσα των δράκων, έγινε μπεστ σέλερ των Sunday Times και των New York Times.
Ζει στη Γαλλία με τον σύζυγό της και τα δύο παιδιά τους.





















