
Προδημοσίευση δύο αποσπασμάτων από το μυθιστόρημα για μεγάλους εφήβους και νέους της Χιλιανής συγγραφέα Μαρία Χοσέ Φεράδα «Ο άνθρωπος στην πινακίδα» (μτφρ. Χριστίνα Φιλήμονος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Carnivora.
Ομάδα 018
Δεν ξέρω ακριβώς πόσες φορές ανέβηκα στην πινακίδα. Πρέπει να ήταν εννιά ή δέκα. Μερικές φορές με την Παουλίνα –ένα από τα λίγα άτομα με τα οποία ο Ραμόν ξεχνούσε τη νοσταλγία για τη βουβή παιδική του ηλικία–, άλλες μόνος, και μία τελευταία φορά που πήγα, αναγκασμένος από τους γείτονες, όταν ο Ραμόν δεν ήταν πια εκεί. Θα μου άρεσε να ήταν περισσότερες, ίσως να είχα μείνει να ζήσω εκεί, αλλά τα πράγματα δεν έρχονται πάντα όπως τα ονειρεύεται κανείς. Για την ακρίβεια, είναι αρκετά διαφορετικά. Το σημαντικό είναι ότι είχαμε αρκετό χρόνο για να μιλήσουμε λίγο. Και για να μείνουμε σιωπηλοί και να παρατηρήσουμε πως την ώρα που τα αυτοκίνητα μειώνουν ταχύτητα ο άνεμος αρχίζει να φυσάει πιο δυνατά.
Σχέσεις ανάμεσα σε ό,τι συμβαίνει πάνω και σε ό,τι συμβαίνει κάτω. Ο Ραμόν ήταν σίγουρος πως υπήρχαν. Τριάντα έξι χρόνια τού πήρε να βρει το παρατηρητήριο που χρειαζόταν για να συνεχίσει την αναζήτηση της σιωπής που είχε διακόψει στα εννιά του χρόνια. Ένα παρατηρητήριο και επίσης μια δουλειά που, χωρίς να του τρώει χρόνο, του επέτρεπε να αγοράσει ένα καλό παλτό και του εξασφάλιζε ένα πιάτο ρύζι. Και την μπίρα του. Υπήρχαν νήματα, εξηγούσε. Λεπτά νήματα που συνέδεαν τα πράγματα. Ένα πρωί διάλεγες τα μπλε σου παπούτσια και, ακριβώς τη στιγμή που τα έδενες, ένας αστρονόμος ανακάλυπτε ένα δυο αστέρια φασματικού τύπου που, λόγω της υψηλής επιφανειακής τους θερμοκρασίας, έλαμπαν με ένα γαλαζωπό χρώμα. Είχε παίξει κάποιο ρόλο η επιλογή σου; Με άλλα λόγια, μήπως ήταν αυτή η ανακάλυψη (σου θυμίζω: γαλάζια άστρα) το κοσμικό και φασματικό ισοδύναμο των παπουτσιών σου; Και αν ήταν έτσι, είχες κάνει καλά που δεν διάλεξες τα μαύρα παπούτσια;
Σχέσεις ανάμεσα σε ό,τι συμβαίνει πάνω και σε ό,τι συμβαίνει κάτω. Έπρεπε να βρεθείς σε έναν ενδιάμεσο χώρο –ούτε πολύ κολλημένος στη γη ούτε πολύ κοντά στον ουρανό– για να τις δεις.
℘
Η συνοικία αποτελείται από μία ντουζίνα πολυκατοικίες, που, αν τις δει κανείς από μακριά –από τον ουρανό, για παράδειγμα–, μοιάζουν με πελώρια Lego. Καθεμία έχει τέσσερις ορόφους των τεσσάρων διαμερισμάτων, με τα αντίστοιχα παράθυρα, που, ανάλογα με τη θέση τους, βλέπουν προς τις σκάλες, τους τοίχους, το γήπεδο ή τον δρόμο. Κάποτε που βαριόμουν προσπάθησα να τα μετρήσω, αλλά το αποτέλεσμα, φαντάζομαι λόγω έλλειψης συγκέντρωσης, ήταν κάτι ανάμεσα σε τριακόσια και τριακόσια τριάντα.
Το σημαντικό όμως δεν είναι ο ακριβής αριθμός των παραθύρων, αλλά η ώρα που οι γείτονες –άντρες, γυναίκες, παιδιά– κοιτούν μέσα απ’ αυτά, παρακινημένοι από κάποιου είδους νοσταλγία, έτοιμη να ξεχαστεί, για τον ήλιο που κάποτε φαινόταν ανάμεσα στους λόφους, πριν κρυφτεί πίσω από τις διαφημιστικές πινακίδες. Ή ίσως, αν το καλοσκεφτεί κανείς, η στροφή του βλέμματος στον ορίζοντα να είναι απλώς σημάδι ότι επιτέλους τελείωσε άλλη μία «καταραμένη μέρα». Ο καθένας θα έχει τους λόγους του. Το σημαντικό είναι ότι, βλέποντας μέσα από κείνα τα παράθυρα, οι γείτονες πρόσεξαν ότι στην πινακίδα της Coca-Cola υπήρχε ένα σπίτι. Οι γνώμες, από την αρχή κιόλας, ήταν διχασμένες: Υπήρχαν αυτοί που έλεγαν «χα, χα, χα» και στην πραγματικότητα ήθελαν να πουν –χωρίς να ρισκάρουν να το κάνουν όμως– ότι ο Ραμόν ήταν ένας ηλίθιος. Υπήρχαν και εκείνοι που ρωτούσαν «Τι κάνει αυτός εκεί;», αναζητώντας μια συνένοχη απάντηση που θα επιβεβαίωνε τη στάση όσων γελούσαν: «Ναι, είναι ηλίθιος». Υπήρχε και μια τρίτη, πιο σοβαρή, κατηγορία, που έκανε κατευθείαν ψυχιατρική διάγνωση: «Είναι τρελός». «Και ποια η διαφορά ανάμεσα σε έναν τρελό κι έναν ηλίθιο;» «Καμία». Σε αυτό το σημείο θα υπήρχε ομοφωνία, αν δεν ήταν κάποιοι λίγοι που τελευταία στιγμή πετάγονταν για να πουν: «Ας μένει όπου του κάνει κέφι». Η συντριπτική πλειοψηφία παρίστανε ότι αυτούς δεν τους είχε ακούσει. Τέλος, υπήρχαν και εκείνοι που δεν έλεγαν τίποτα. Η ιστορία της ανθρωπότητας θα δείξει ότι αυτοί που βρίσκονται στην αρχή και στο τέλος του καταλόγου, δηλαδή όσοι γελούν κι όσοι σιωπούν, καταλήγουν να ’ναι οι πιο επικίνδυνοι. Όμως αυτή η ιστορία δεν μας πολυενδιαφέρει εδώ, οπότε, προς το παρόν, κι ενώ τα κεφάλια ξεπροβάλλουν από τα παράθυρα των πολυκατοικιών «απλώς για να δουν», στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα το ανησυχητικό.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο Ραμόν, κουρασμένος από τη δουλειά του ως εργάτη σε εργοστάσιο, ανεβαίνει σε μια πινακίδα της Coca-Cola στην άκρη του δρόμου και αποφασίζει να ζήσει εκεί. Του έχουν αναθέσει να φυλάει την πινακίδα για να μην κλέψει κανείς τους προβολείς, και το αφεντικό του δεν έχει αντίρρηση να μένει είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, εφτά μέρες τη βδομάδα, στο νέο του πόστο. Σ’ αυτή την ετοιμόρροπη φωλιά, επιτέλους νιώθει σαν στο σπίτι του. Εκεί τον επισκέπτεται ο εντεκάχρονος Μιγκέλ, ο οποίος μαθαίνει να παρατηρεί τον κόσμο από ψηλά, ενώ οι κάτοικοι της συνοικίας ψιθυρίζουν ότι ο Ραμόν έχει τρελαθεί εντελώς, αφού οι άντρες και οι γυναίκες δεν είναι πουλιά.
Μια ιστορία ενηλικίωσης, γεμάτη χιούμορ και λυρισμό, για τις αντιφάσεις της κοινωνίας που, στο όνομα της ειρήνης, δεν διστάζει να καταφύγει στη βία.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Μαρία Χοσέ Φεράδα (Τεμούκο, Χιλή, 1977) είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας λογοτεχνικών έργων για παιδιά και εφήβους. Τα βιβλία της έχουν εκδοθεί σε πολλές χώρες και έχουν μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες. Το έργο της εκτείνεται από την ομορφιά των καθημερινών πραγμάτων μέχρι τα σημάδια που αφήνουν στην παιδική ηλικία οι δικτατορίες και οι τραυματικές συνθήκες μετανάστευσης. Ο ποιητικός λόγος που χρησιμοποιεί η συγγραφέας για να φωτίσει επώδυνες ιστορικές στιγμές τής επιτρέπει ταυτόχρονα να υμνεί την ομορφιά του κόσμου. Έχει τιμηθεί με σημαντικές διακρίσεις για το έργο της, όπως το Βραβείο SM για Παιδική και Νεανική Λογοτεχνία και το New Horizons Bologna Ragazzi Award, ενώ ήταν τρεις φορές υποψήφια για το Astrid Lindgren Memorial Award. Είναι επίσης υποψήφια της Χιλής για το Βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν 2026.



















