
Μια νέα σχολική χρονιά πλησιάζει. Στην τελική ευθεία πριν από την έναρξή της, προτείνουμε επτά βιβλία για πρωτάκια που θα αγαπηθούν από τους μικρούς μαθητές-αναγνώστες, αλλά και τους μεγάλους, γονείς και δασκάλους, μια που συντονίζονται με τη μεγάλη αγωνία όλων: το πρώτο κουδούνι!
Γράφει η Ελευθερία Ράπτου
Άγχος, αγωνία, προσδοκίες, όνειρα, ετοιμασίες, ένας αστερισμός από αισθήματα και πράξεις συνοδεύουν την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Η ομαλή ένταξη στη σχολική κανονικότητα είναι πάντα το μεγάλο στοίχημα του Σεπτεμβρίου και αφορά όχι μόνο τα παιδιά, αλλά και τους μεγάλους˙δασκάλους, γονείς, συγγενείς. Η σχολική κοινότητα, η σχολική τάξη, είναι ο χώρος όπου τα παιδιά, όλα μοναδικά και όλα διαφορετικά μεταξύ τους, καλούνται να συνθέσουν μια ομάδα και να συνεργαστούν με τους δασκάλους. Το στοίχημα της ουσιαστικής επικοινωνίας στο σχολείο είναι πολύ πιο πολύπλοκο και πολύ πιο αβέβαιο από οποιαδήποτε μαθησιακή μέθοδο με την οποία η εγκύκλιος γνώση θα γίνει κτήμα των μαθητών.
Ίσως μάλιστα το πιο μεγάλο μάθημα που μπορεί να προσφέρει το σχολείο, να είναι ακριβώς αυτή η εύρεση του κοινού τόπου με τον άλλο, τον συμμαθητή, τον δάσκαλο.
Είναι σαφώς ευκολότερο να μάθεις συντακτικό και ορθογραφία, μαθηματικά και πληροφορική από το να αποκτήσεις κοινωνικές δεξιότητες, χαρακτήρα, να αποκτήσεις άμυνες αλλά και ανοικτούς ορίζοντες, συνθέτοντας μια μικροκοινωνία, λειτουργική και φιλόξενη. Ίσως μάλιστα το πιο μεγάλο μάθημα που μπορεί να προσφέρει το σχολείο, να είναι ακριβώς αυτή η εύρεση του κοινού τόπου με τον άλλο, τον συμμαθητή, τον δάσκαλο. Γιατί απαιτεί τόλμη, αυτογνωσία, σύνθεση, ανοικτό μυαλό και καρδιά. Και για αυτό είναι και το «μάθημα» το οποίο μπορεί να ορίσει το ποιος είσαι πραγματικά, ποιος μπορείς να γίνεις. Ένα «μάθημα» δια βίου, στο οποίο όλοι θητεύουμε.
Στη σημαντική μετάβαση, από την ξενοιασιά του θέρους, στην περισυλλογή και το σύστημα της σχολικής δράσης, τα βιβλία αποτελούν πάντα χρήσιμα βοηθήματα. Είναι οι «συνοδοιπόροι» μας. Ακολουθούν επτά βιβλιοπροτάσεις, οι οποίες είναι βέβαιο ότι θα αγαπηθούν από τους μικρούς μαθητές-αναγνώστες, αλλά και τους μεγάλους, μια που συντονίζονται με τη μεγάλη αγωνία όλων: το πρώτο κουδούνι!
Το βήμα που μπορώ!, της Φρόσως Φωτεινάκη σε εικονογράφηση Ντανιέλας Σταματιάδη από τις εκδόσεις Διόπτρα
Υπάρχουν μέρες που όλα στο σχολείο μοιάζουν αφόρητα για τους μικρούς μαθητές. Στα παιδιά ενίοτε λείπει η θαλπωρή και η ασφάλεια του σπιτιού, φοβούνται ότι τα άλλα παιδιά θα τα κοροϊδέψουν και θα τα απορρίψουν, ότι δεν θα καταφέρουν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των μεγαλύτερων αναφορικά με τη σχολική επίδοση, ότι κανείς δεν θα τα προσκαλέσει στα πάρτι γενεθλίων, ότι, ότι, ότι... Ένα βουνό από δικαιολογημένους και αδικαιολόγητους φόβους προσθέτει ασήκωτο βάρος στους παιδικούς ώμους, το οποίο μεταφράζεται σε σχολικό άγχος, διαρκές και αυτοτροφοδοτούμενο. Πώς άραγε μπορεί να σπάσει ο φαύλος κύκλος, ώστε η σχολική καθημερινότητα να μην αποτελεί για τα μικρά παιδιά βάσανο, αλλά αντιθέτως να είναι αφορμή για ανάπτυξη και ανακάλυψη απεριόριστων δυνατοτήτων;
Η Φρόσω Φωτεινάκη με Το βήμα που μπορώ!, απευθύνεται όχι μόνο στους μικρούς αναγνώστες αλλά και σε όλους τους σημαντικούς ενήλικες που πλαισιώνουν την εκπαιδευτική διαδικασία, η οποία δεν μπορεί να προσεγγίζεται μηχανιστικά, καθώς το παιδαγωγικό πρόσημο υπερτερεί της μονοδιάστατης ενίσχυσης δεξιοτήτων.
Τα μικρά παιδιά, μέχρι την ενηλικίωσή τους, θα είναι μέλη της σχολικής κοινότητας και θα μετέχουν σε μια πολλή απαιτητική μορφωτική διαδικασία. Η ενίσχυση του χαρακτήρα και η αντιμετώπιση των προκλήσεων της κοινωνικοποίησης, πέρα από τη γνώση καθαυτή, αποτελούν βασικά αναπτυξιακά στοιχήματα. Η Φωτεινάκη γράφοντας για τον παιδικό φόβο που συχνά γιγαντώνεται στο σχολικό περιβάλλον και μετατρέπεται σε χρόνιο άγχος, εστιάζει αφενός στους εκλυτικούς παράγοντες που πυροδοτούν την αγχώδη συμπεριφορά, αφετέρου δε, μέσα από την παραμυθιακή μεταφορά, προτείνει βήματα αντιμετώπισης και βαθμιαίας έκθεσης του παιδιού στα αγχογόνα αίτια, ώστε τόσο η σχολική εμπειρία όσο και η αναπτυξιακή διαδικασία να οδηγήσουν σε επανορθωτικές εμπειρίες και στη θαρραλέα «έξοδο» από την περιοριστική «ζώνη άνεσης».
Η έκδοση συνοδεύεται από επίμετρο-σημείωμα μεθοδολογίας στο οποίο η συγγραφέας, συμβουλευτική ψυχολόγος και ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεύτρια εξηγεί τον μηχανισμό του παιδικού άγχους και προτείνει βήματα για την ολιστική αντιμετώπισή του, με στόχο πάντα να γίνεται ένα βήμα τη φορά.
Η Ντανιέλα Σταματιάδη με την υφολογικά ενδιαφέρουσα και χρωματικά και τεχνικά πλούσια εικονογράφησή της, ξεκλειδώνει τα επίπεδα της ιστορίας, προσφέροντας έτσι εναλλακτικές, αισθητικές αναγνώσεις και εννοιολογήσεις της ιστορίας, η οποία αποτελεί οπωσδήποτε χρήσιμο βοήθημα για ποικίλες δράσεις εντός και εκτός του σχολικού περιβάλλοντος.
Λούσι. Ένα διαφορετικό καλωσόρισμα, του Πάτο Μένα, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο
Ο Πάτο Μένα γράφει και εικονογραφεί ένα πρωτότυπο παραμύθι για τη σχολική κοινότητα, για την έννοια του όμοιου και του διαφορετικού, γιατί ακριβώς εκεί όπου συναντιούνται οι διαφορές μας μπορεί να συγκροτηθεί η κοινότητα. Κάπως έτσι το βιβλίο του Πάτο Μένα, Λούσι.

Ένα διαφορετικό καλωσόρισμα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση Δέσποινας Δρακάκη, εισάγει τα παιδιά στην έννοια της διαφορετικότητας και της ομάδας. Σε μια τάξη κουνελιών έρχεται η Λούσι να ταράξει τα νερά. Η Λούσι που φαίνεται τόσο διαφορετική, αποτελεί αίνιγμα για τα μικρά κουνελάκια, τα οποία προσπαθούν να βρουν τα σημεία ομοιότητας μαζί της, ώστε να γίνει μέλος της ομάδας τους. Η «παράξενη» Λούσι γίνεται η αφορμή να ανακαλύψουν τα κουνέλια-μαθητές, πόσο πολύ παράξενοι φαίνονται αναμεταξύ τους. Αυτά που τους «ενώνουν» είναι λιγότερα από εκείνα που τους «χωρίζουν». Διαφορετικές διατροφικές συνήθειες, διαφορετικοί τρόποι να έρχονται στο σχολείο, διαφορετικά χόμπι, διαφορετικές προτιμήσεις στα μαθήματα. Τελικά η Λούσι ίσως είναι ένα κουνέλι όπως αυτά. Ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο παράξενο. Και ένα θερμό καλωσόρισμα στην ομάδα είναι αυτό που της αξίζει. Η ιστορία του Μένα, διαθέτει ρυθμό, χιούμορ, τρυφερότητα. Προσεγγίζει με τρόπο ελκυστικό τη σημασία της κοινωνικοποίησης στο σχολείο, ενώ η ευρηματική εικαστική του ματιά, προσθέτει επίπεδα ερμηνείας στο δίπολο διαφορετικός-όμοιος.
Η ιστορία της Λούσι αγαπιέται αβίαστα από τους μικρούς αναγνώστες και μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς για σχολικές δράσεις και θεατρικό παιχνίδι, ιδίως για τις πρώτες τάξεις του δημοτικού ή και το νηπιαγωγείο.
Όλα θα πάνε καλά Αλφόνς!, της Γκουνίλα Μπέργκστρομ, από τις εκδόσεις Μάρτης
Η Σουηδή Γκουνίλα Μπέργκστρομ (Gunilla Bergström), η συγγραφέας και εικονογράφος της δημοφιλούς παιδικής σειράς με ήρωα τον μικρό Αλφόνς, παρουσιάζει ακόμα μια περιπέτεια του χαριτωμένου και στοχαστικού πιτσιρίκου. Στο Όλα θα πάνε καλά Αλφόνς! (σε μετάφραση από τα σουηδικά της Αγγελικής Νάτση), η Μπέργκστρομ θίγει με την απαράμιλλη μινιμαλιστική ευαισθησία της, το ζήτημα της πρώτης φοράς στο δημοτικό σχολείο.
Στο νέο βιβλίο, ο Αλφόνς έχει μεγαλώσει πια αρκετά και ετοιμάζεται να διαβεί τον σχολικό… Ρουβίκωνα. Η πρώτη μέρα στο σχολείο, η τάξη της πρώτης δημοτικού, προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα στους μικρούς μαθητές. Από τη μια πλευρά πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, από την άλλη όμως είναι τόσο φορτισμένη με άγχη, φόβους, προσδοκίες που τα παιδιά χρειάζονται χρόνο ώστε να βρουν τον προσωπικό τους ρυθμό και χώρο μέσα στη νέα συνθήκη.
Και ανακαλύπτει ότι όταν αρχίζει ξανά το σχολείο, δεν φοβούνται και αγχώνονται μόνο οι μαθητές, αλλά και οι δάσκαλοι οι οποίοι πέρα από τον στόχο της διδακτικής επάρκειας θα συναντήσουν και αυτοί νέα, άγνωστα ακόμα παιδιά και φυσικά τους γονείς τους.
Ο συνήθως άτακτος, ανέμελος Αλφόνς, τώρα μοιάζει σαν άλλο παιδί. Ήσυχος και τακτικός, με τη σχολική του τσάντα ήδη έτοιμη, κάνει τους γονείς του να ανησυχούν. Ακούει αβασάνιστα τις προτροπές του πατέρα του, σε τέτοιο βαθμό που προβληματίζει. Ο παρατηρητικός πατέρας καταλαβαίνει ότι η συναισθηματική «συσπείρωση» του μικρού είναι ουσιαστικά άγχος και αποφασίζει να επέμβει. Έτσι το βράδυ, πριν την πρώτη μέρα στο σχολείο, ο πατέρας έρχεται στο προσκεφάλι του Αλφόνς για να συζητήσουν, σε μια προσπάθεια να εκλογικευτεί η ανησυχία που έχει καταλάβει τον μικρό μαθητή. Εξάλλου όλοι οι μαθητές, μικροί και μεγαλύτεροι έχουν άγχος, περιέργεια, όνειρα και ανησυχίες για τη σχολική χρονιά που αρχίζει. Όλα τα παιδιά στην πολυκατοικία τους, στη γειτονιά, στην πόλη, στην χώρα… Ο Αλφόνς δεν είναι μόνος λοιπόν. Αποφασίζει να δείξει θάρρος και να περάσει όμορφα στο σχολείο. Και ανακαλύπτει ότι όταν αρχίζει ξανά το σχολείο, δεν φοβούνται και αγχώνονται μόνο οι μαθητές, αλλά και οι δάσκαλοι οι οποίοι πέρα από τον στόχο της διδακτικής επάρκειας θα συναντήσουν και αυτοί νέα, άγνωστα ακόμα παιδιά και φυσικά τους γονείς τους. Γιατί το σχολείο είναι μια κοινωνία στην οποία όλοι, μικροί και μεγάλοι έχουν μερίδιο και στο φόβο αλλά και στη χαρά. Η Bergström ενισχύει με δραματικότητα την ιστορία, με ανατροπές, με σεναριακή πειθαρχία. Είναι αναμενόμενο εξάλλου, καθώς η συγγραφέας, μεταξύ άλλων, έχει εμπειρία στο θέατρο για παιδιά.
Η εικονογράφηση ακολουθεί το ύφος που καθιέρωσε τη σειρά με τις περιπέτειες του Αλφόνς, ήδη από το πρώτο βιβλίο. Η ζωγραφική ατμόσφαιρα μεταξύ κόμικ και παιδικής ζωγραφιάς, προσεκτικά καθορισμένοι χώροι δράσης, έντασης και ύφεσης, μικτή τεχνική και «καθαρά» χρώματα, συγκροτούν έναν σκηνικό διάκοσμο άμεσο και καταληπτό, χωρίς να υπερτίθεται του λόγου αλλά αντιθέτως δίνοντας το χώρο να αναπτυχθεί με σαφήνεια.
Συγγνώμη που θύμωσες, του Κάιλ Λούκοφ, από τις εκδόσεις Susaeta
Στην τάξη η δυναμική είναι εξαιρετικά σύνθετη. Οι σχέσεις των μαθητών μεταξύ τους αλλά και με τους δασκάλους τους δοκιμάζονται καθημερινά. Αυτό που μπορεί να αρχίσει σαν παιχνίδι, σαν διαφωνία ή σαν διαφορά απόψεων μπορεί να εξελιχθεί σε σύγκρουση, ενώ συχνά οι επιδόσεις των μαθητών, ο έπαινος ή η προσεκτική παρατήρηση για βελτίωση αρκούν για να αλλάξει η δυναμική της ομάδας. Όπως συμβαίνει στην ευρύτερη κοινωνία, έτσι και στη σχολική κοινότητα οι ισορροπίες είναι εύθραυστες. Το σχολείο όμως αποτελεί το πλαίσιο εντός του οποίου τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να αναπτύξουν τα θετικά στοιχεία της προσωπικότητάς τους και να βρουν τρόπους να ελέγξουν αρνητικές πτυχές.
Εκκινώντας από αυτό το σκεπτικό ο Κάιλ Λούκοφ (Kyle Lukoff), βραβευμένος συγγραφέας βιβλίων για παιδιά, πραγματεύεται στο βιβλίο του Συγγνώμη που θύμωσες (μετάφραση: Απόστολος Πάππος, Κατερίνα Χατζηανδρέου) το ζήτημα του θυμού, τη διαχείρισή του μέσα στην τάξη, στοχεύοντας στην καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και της ουσιαστικής επικοινωνίας. 
Η ιστορία εστιάζει στην αναγνώριση του εκλυτικού αιτίου του θυμού, στη διαχείριση του αρνητικού αισθήματος και στη μετατροπή του σε μια θετική εμπειρία ωρίμασης. Ο Τζακ, το αγόρι της ιστορίας, πιστεύει ότι δεν χρειάζεται να ζητήσει συγγνώμη από τη Ζωή, τη συμμαθήτριά του, της οποίας γκρέμισε το κάστρο από τουβλάκια που είχε φτιάξει. Η δασκάλα των παιδιών, η κυρία Ρίτα, υποδεικνύει στον μικρό μαθητή ότι χρειάζεται να γράψει τις σκέψεις του σε ένα σημείωμα, με το οποίο θα ζητάει ειλικρινά συγγνώμη για τη συμπεριφορά του. Όχι μια συγγνώμη επιφανειακή, από αυτές που εύκολα ζητάει κανείς για να ξεμπερδεύει, αλλά μια συγγνώμη ουσιαστική, από αυτές που εκπορεύονται μετά από αυτογνωσία και αναγνώριση της πραγματικής αιτίας του θυμού. Ο Lukoff χρησιμοποιεί την τεχνική των σημειωμάτων. Οι σκέψεις, οι διάλογοι, η επικοινωνία γίνονται μέσα από την ανταλλαγή σημειωμάτων μεταξύ του Τζακ και της δασκάλας και αργότερα του Τζακ και της Ζωής. Σιγά σιγά ο λόγος του μικρού παιδιού γίνεται όλο και πιο ουσιαστικός, υποβοηθούμενος από τη θετική αλλά αταλάντευτη στάση της δασκάλας του. Αναδύεται η πραγματική αιτία του θυμού και έτσι ο δρόμος για τη συγγνώμη δεν αποτελεί άσκηση πειθαναγκασμού, αλλά φυσική συνέπεια. Αυτό που υποδεικνύει με οξυδέρκεια ο Lukoff είναι ότι στην πραγματικότητα πρώτα ζητάμε συγγνώμη από τον εαυτό μας, ώστε να μπορέσουμε να επανορθώσουμε συνειδητά τόσο στα λόγια όσο και στην πράξη. Η ιστορία του Lukoff συνοδεύεται με την γλαφυρή εικονογράφηση της Julie Kwon. Η Kwon ορίζει το περιβάλλον όπου τα λόγια θα γίνουν χειρονομίες, πρόσωπα, στάσεις σώματος, σκηνογραφία. Η πλούσια ζωγραφική της συγκροτεί σκηνικές ακολουθίες, προσφέροντας έτσι μια πρόταση διαχείρισης του υλικού και σε θεατρικό περιβάλλον.
Όλη η τάξη μια οικογένεια, της Σάνον Όλσεν, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο
Η τάξη δεν είναι μόνο ο χώρος μάθησης γνωστικών δεξιοτήτων. Είναι η διευρυμένη οικογένεια. Η Σάνον Όλσεν (Shannon Olsen), εκπαιδευτικός και η ίδια, καλωσορίζει με το βιβλίο της τα μικρά παιδιά στη σχολική οικογένεια. Στο Όλη η τάξη μια οικογένεια, σε μετάφραση της Μαρίας Γονιδάκη, η έννοια της σχολικής οικογένειας παρουσιάζεται τόσο μέσα από τα περιεκτικά και ευανάγνωστα κείμενα σε κάθε σελίδα όσο και από τις όμορφες εικόνες της σχολικής ζωής, που γενναιόδωρα έχει δημιουργήσει η εικονογράφος Σάντι Σόνκε (Sandie Sonke).

Δραστηριότητες, ρουτίνες, αθλοπαιδιές, ομαδικές εργασίες, στιγμές περισυλλογής και παιχνιδιού, η αίσθηση της συμπερίληψης και της αποδοχής, προβάλλονται απλά και κατανοητά στους μικρούς αναγνώστες και μαθητές. Η ιδέα του να ανήκει κανείς σε μια λειτουργική ομάδα, το γεγονός ότι οι περισσότερες ώρες της μέρας είναι αυτές που οι μαθητές βρίσκονται στο σχολείο, αποτελούν το έναυσμα ώστε το σχολείο να εννοηθεί σαν το σπίτι όλων των παιδιών. Το μέρος όπου όλα θα βρουν κάτι καλό, εκεί όπου ο σεβασμός για τον άλλο, η καλοσύνη, η συνεργασία, η βοήθεια από τους δασκάλους μπορούν να κάνουν θαύματα.
Πατούσι και Τίμι. Πρώτη μέρα στο σχολείο, της Βιρζινί Κοστά, από τις εκδόσεις Ίκαρος
Η πρώτη μέρα στο σχολείο έφτασε και ο Τίμι έχει ανάμικτα συναισθήματα. Δεν γνωρίζει κανέναν εκεί που θα πάει. Όλα του είναι άγνωστα. Νιώθει άγχος αλλά εντούτοις ξέρει ότι πρέπει να είναι θαρραλέος. Στο πρωινό, καμιά μπουκιά δεν κατεβαίνει, καθώς η εσωτερική ένταση σφίγγει το στομάχι. Για να αντιμετωπίσει την πρώτη μέρα στο σχολείο, ο Τίμι στρέφεται στον αγαπημένο του γάτο, τον Πατούσι. Αποφασίζει λοιπόν να τον κουβαλήσει μέσα στη σχολική του τσάντα. Στο σχολείο η νέα του δασκάλα τον καλωσορίζει και δειλά δειλά ο Τίμι παρατηρεί το χώρο και τα παιδιά. Μέχρι που η ματιά του συναντά ένα ακόμη μοναχικό παιδί, τον Μάριο, στην τσάντα του οποίου κρύβεται η δική του φίλη, η μικρή του ποντικίνα… Μια επεισοδιακή μέρα θα αρχίσει, από εκείνες που μένουν αξέχαστες. Στο τέλος όλοι αποκαλύπτουν το φόβο τους για την πρώτη μέρα στο σχολείο, κάτι που θα ελευθερώσει την θετική ενέργεια στην τάξη, δίνοντας χώρο στα «κατοικίδια μυστικά» μαθητών και δασκάλας.
Η Βιρζινί Κοστά (Virginie Costa) γράφει και εικονογραφεί την πρωτότυπη ιστορία, η οποία χαρακτηρίζεται από χιούμορ, διαλογικότητα και προσεκτική διαβάθμιση των καταστάσεων. Οι διάλογοι είναι φυσικοί, τα πρόσωπα σκιαγραφούνται με σαφήνεια και με δραματική δυναμική. Η εικονογράφηση με τη λογική των κόμικς, εντείνει τη φρέσκια ματιά στο ζήτημα του σχολικού άγχους. Συνθέτει μάλιστα μια ακολουθία εικόνων που μπορούν να λειτουργήσουν ως moodboard, βάσει του οποίου η ανάγνωση στην τάξη μπορεί να εξελιχθεί σε ώρες θεατρικού παιχνιδιού.
Τα μεγάλα αγόρια κλαίνε, του Τζόντι Χάουλι, από τις εκδόσεις Μάρτης
Ο Τζόντι Χάουλι (Jonty Howley), Βρετανός συγγραφέας και εικονογράφος, ήδη με το πρώτο του βιβλίο για παιδιά, δίνει ιδιαίτερο στίγμα τόσο στη γραφή όσο και στην αισθητική αποτύπωση της ιστορίας με τον τίτλο Τα μεγάλα αγόρια κλαίνε (μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη).
Ο Λίβαϊ δεν είναι πια νήπιο. Είναι ήδη μαθητής. Μόνο που τώρα έχει να αντιμετωπίσει μια νέα πρόκληση, εξίσου αγχωτική, όπως η πρώτη φορά στο σχολείο. Πρόκειται να φοιτήσει σε ένα καινούριο σχολείο και αυτό τον τρομάζει. Η κοινωνικοποίηση, το άγχος της πρώτης εντύπωσης, η επιδοσιακή αγωνία είναι όλα εντατικά και εκκρεμή. Ο μπαμπάς του, θέλοντας να του δώσει θάρρος, επικαλείται το γνωστό ρητό που αφορά στην αρσενική δυναμική: «Τα μεγάλα αγόρια δεν κλαίνε». Ωστόσο η πραγματικότητα «εκεί έξω», είναι διαφορετική. Τα αγόρια, μικρά ή μεγάλα μπορούν να κλαίνε, έχουν το δικαίωμα να το κάνουν και αυτό δεν είναι κακό. Ο Howley επιχειρεί να απομυθοποιήσει με τρόπο αγαπητικό τα στερεότυπα, υπερασπίζοντας το δικαίωμα των αγοριών και των ανδρών στην ευαισθησία ή ακριβέστερα στη σωματική έκφραση αυτής. Η ιστορία του Λίβαϊ διαθέτει έναν καλά υπολογισμένο και εσωτερικό δυναμισμό. Η παραδοχή της αδυναμίας, η έκφραση της στεναχώριας μπορεί να οδηγήσει στην αποφασιστικότητα και στη στοχευμένη δράση πολύ πιο ευθύβολα από την επιδερμική υπερηφάνεια. Τα αγόρια εγκλωβίζονται, όπως και τα κορίτσια, σε ανελαστικές, προκατασκευασμένες συμπεριφορές που συχνότατα δυσχεραίνουν την κοινωνικοποίησή τους στο περιβάλλον του σχολείου, ενώ στη συνέχεια αναπαράγονται και στην ενήλικη ζωή. Ο λόγος του Χάουλι δεν έχει περιττά στολίδια, είναι ευθύβολος και απλός. Οι γραμματοσειρές μετέχουν στην αισθητική της εικονογράφησης η οποία χρησιμοποιεί συμπληρωματικές και αντιθετικές χρωματικές γκάμες, καθαρές και δυναμικές γραμμές για να δώσει το απαραίτητο εικαστικό «σώμα» στο λιτό λόγο.
Το πρώτο κουδούνι δεν αργεί να χτυπήσει. Ας υποδεχτούμε τη νέα σχολική χρονιά χωρίς φόβο και με πάθος για μάθηση και συνεργασία. Θα είναι και αυτή ακόμα μια υπέροχη χρονιά. Είναι στο χέρι μας!
* Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΑΠΤΟΥ είναι θεατρολόγος-εκπαιδευτικός, κριτικός θεάτρου και βιβλίου.



















