
Για το βιβλίο της Έλλης Βεϊνόγλου «Και οι μύξες έφυγαν» (εικονογράφηση: Τατιάνα Ζαγάρη, εκδ. Ηλιοφάνεια/Δώμα).
Γράφει η Ελευθερία Ράπτου
Η σχέση των παιδιών με τον ρινικό βλεννογόνο τους είναι πολύπλοκη, και οπωσδήποτε εμμενής. Είτε πρόκειται για την ενασχόλησή τους με τη μύτη, συγκεκριμένα το... εσωτερικό της, σε ώρες που η ανία και η ονειροπόληση έχουν το προβάδισμα, είτε πρόκειται για τις ατελείωτες ιώσεις που χτίζουν το παιδικό σύστημα ανοσιακής ανταπόκρισης, οι μύξες στις διάφορες εκδοχές τους αποτελούν το κέντρο της τρισθενούς σχέσης μύτη-παιδί-δάχτυλα. Δε θα μπορούσε λοιπόν αυτή η σχέση παρά να αποτελεί αντικείμενο μικρών, καινοφανών ιστοριών που κυρίως στόχο έχουν να εξορθολογίσουν το θέμα και να προωθήσουν ορθές πρακτικές υγιεινής και κοινωνικής συμπεριφοράς.
Στο βιβλίο Και οι μύξες έφυγαν, της Έλλης Βεϊνόγλου, με την εικονογράφηση της Τατιάνας Ζαγάρη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ηλιοφάνεια/Δώμα, η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα από την διπλή οπτική των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων: της μικρής Στέλλας και μιας παρέας μυξών που αποφασίζουν να κατασκηνώσουν στο ζεστό και φιλόξενο ρινικό της βλεννογόνο. Όλα ξεκινούν από η μέρα που η Στέλλα ξυπνά με απελπιστικά μπουκωμένη μύτη. Η μέθοδος αντιμετώπισης γνωστή, πλην όμως δυσάρεστη: η εφαρμογή των ρινικών πλύσεων με φυσιολογικό ορό, κάτι που αποτελεί και την πρώτη γραμμή άμυνας κατά τη σύσταση των παιδιάτρων.
Με αρωγό τη μητέρα της, η μικρή Στέλλα προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση, η οποία εξελίσσεται σε διαρκές στοίχημα, καθώς το αντίπαλο στρατόπεδο (εκείνο των μυξών) δεν προτίθεται να εγκαταλείψει εύκολα το νέο τόπο διαμονής. Ωστόσο, η επιμονή στις καλές πρακτικές θα φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα: οι μύξες αποφασίζουν να μετοικήσουν, αλλά δεν θα χρειαστεί να πάνε μακριά, καθώς θα βρουν κοντινό καταφύγιο στη μαμά, η οποία μια μέρα ξυπνάει με μπουκωμένη μύτη και η Στέλλα πια αναλαμβάνει το ρόλο που είχε η μητέρα της, την οποία συμβουλεύει επιτακτικά να χρησιμοποιήσει εκείνη πλέον τον ορό.
Στις σελίδες του καλαίσθητου βιβλίου τα επεισόδια εναλλάσσονται, όπως και οι οπτικές. Από τη μια πλευρά έχουμε τη Στέλλα και τη μητέρα της. Η καθημερινότητα της μικρής που αλλάζει καθώς δυσκολεύεται έχοντας τη μύτη μπουκωμένη, η στοργική μητρική φιγούρα που προσπαθεί με επιχειρήματα να δείξει στην κόρη τον τρόπο απαλλαγής από τους πράσινους επισκέπτες, αλλά και οι σκέψεις της Στέλλας, συνθέτουν το πρώτο επίπεδο δράσης-ανάγνωσης.
Από την άλλη πλευρά είναι οι μύξες. Αποφασισμένες, με τρομερή αίσθηση του χιούμορ, επινοητικές, επίμονες και εντελώς πράσινες, οι μύξες έχουν στρατηγική και μέθοδο. Καταλαμβάνουν το χώρο στα ρουθούνια της Στέλλας και η πρόθεσή τους είναι να περάσουν καλά, σαν ξενιστές που σέβονται τον εαυτό τους. Αυτή η αφηγηματική όψη λειτουργεί ως ένα δεύτερο επίπεδο που μπολιάζει ευχάριστα την ορθολογική προσέγγιση ενός ζητήματος υγείας, προκαλεί το γέλιο, με αποτέλεσμα τα παιδιά να έχουν τη δυνατότητα της ανάλαφρης ανάγνωσης, η οποία μπορεί σε αυτές τις ηλικίες να είναι εξόχως επιδραστική.
Η εικονογράφηση
Προς τούτο η εικονογράφηση της Τατιάνας Ζαγάρη με την αισθητική των κόμιξ, σε συνδυασμό με την ανεμελιά της αισθητικής των παιδικών σχεδίων, αλλά και την πολυχρωμία, λειτουργεί ευφυώς και πολλαπλώς ενισχυτικά. Ιδίως οι εικόνες με τις μύξες που καταστρώνουν σχέδια δράσης, ζουν τη δική τους ζωή όσο καλύτερα μπορούν και αντιστέκονται στα σχέδια των ανθρώπων να τις ξεφορτωθούν, έχουν ζωγραφική ευλυγισία και προκαλούν τους μικρούς αναγνώστες να «δουν» πέρα από το προφανές, ανακαλύπτοντας τι πονηρό μπορεί να κρύβει ο αποικισμός της μύτης τους. Σκηνές όπως όταν οι πράσινες μύξες (να σημειωθεί ότι το χρώμα είναι και ένδειξη μόλυνσης) σερφάρουν στη θάλασσα της μύτης, τρώνε ποπ κορν στο ρινικό σινεμά, πηγαίνουν σε αποκριάτικο πάρτι αλλά εύχονται να μην έχει λάτιν ρυθμούς, είναι έξυπνες και ξεκαρδιστικές, δείχνοντας όμως ότι η δική τους «διασκέδαση» γίνεται εις βάρος της καλής υγιεινής των ανθρώπων.

Το βιβλίο διαβάζεται πολύ ευχάριστα και επιτελεί αβίαστα το στόχο που είναι η υιοθέτηση καλών πρακτικών υγιεινής από τα παιδιά, ανεξαρτήτως εποχής του χρόνου και ηλικίας. Δεν είναι διδακτικό και στοχεύει στην προσέγγιση του παιδικού κοινού όχι με την ενήλικη, κλασική ματιά, αλλά με την παιδική, ανορθόδοξη ματιά, και με μια ανάποδη προοπτική η οποία μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα όταν συγγραφείς και εικονογράφοι έχουν σαφή στόχο και απεχθάνονται την σοβαροφάνεια.
*Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΑΠΤΟΥ είναι διδάκτωρ ΕΜΠ, θεατρολόγος-εκπαιδευτικός, κριτικός θεάτρου και παραστατικών τεχνών, κριτικός βιβλίου.
Λίγα λόγια για τους δημιουργούς
Η Έλλη Βεϊνόγλου είναι Ελληνίδα συγγραφέας και κειμενογράφος που ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Με επαγγελματικό υπόβαθρο στην κειμενογραφία και τη δημιουργική γραφή, επιδιώκει να φέρει στα παιδικά βιβλία ένα φρέσκο ύφος που μιλά άμεσα στους μικρούς αναγνώστες και στους γονείς τους. Το Και οι μύξες έφυγαν είναι το πρώτο της βιβλίο για παιδιά.
Η Τατιάνα Ζαγάρη ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως creative director και κεραμίστρια.




















