
Για το βιβλίο του Πάνου Χριστοδούλου «Οικογένεια Λεμονή» (εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη, εκδ. Καστανιώτη).
Γράφει η Ελευθερία Ράπτου
Στην κοσμική κλίμακα τα δέντρα είναι ανεκτίμητα. Αν μπορούσε κάποιος να ταξιδέψει στους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος, θα διαπίστωνε την απουσία δέντρων, την ερημιά μιας γης χωρίς ζωή, χωρίς δάση. Ίσως δεν είναι τόσο αλλόκοτη η άποψη ότι τα δέντρα είναι πιο σπάνια και απείρως πολυτιμότερα από τα διαμάντια. Αλλά ακόμα και με καθαρά οικονομίστικους όρους, ειδικά για εκείνους που δεν μπορούν να εκτιμήσουν τη φύση και τη σημασία της για αυτό ακριβώς που είναι, τα δέντρα αποτελούν δείκτη θησαυρών, αν μάλιστα έχει κανείς υπόψη του ότι μπορούν να υποδείξουν και ορυκτούς θησαυρούς. Παράδοξο αλλά πραγματικό, καθώς είναι αποδεδειγμένο ότι, για παράδειγμα, ένα σπάνιο δέντρο στην Αφρική μπορεί να αποτελεί τον βοτανικό δείκτη για τον εντοπισμό διαμαντιών στην περιοχή που φύεται. Αλλά μήπως κάθε δέντρο δεν αποτελεί απόδειξη του γεωλογικού, βιολογικού πλούτου του εκάστοτε οικοσυστήματος; Στη χώρα μας, με τις ολοένα δριμύτερες κλιματικές συνθήκες, ειδικά το καλοκαίρι, τα δέντρα και τα δάση είναι εθνική κληρονομιά και παρακαταθήκη. Είναι πολύτιμα και σπάνια αγαθά που πλήττονται έντονα από τις πυρκαγιές, είτε από ανθρώπινα είτε από φυσικά αίτια (με τα πρώτα να υπερτερούν και να εντείνονται δυστυχώς).
Ο Πάνος Χριστοδούλου, στο παραμύθι Οικογένεια Λεμονή (εκδ. Καστανιώτη), αποφασίζει να διηγηθεί την ιστορία ενός δάσους, αλλάζοντας την οπτική. Τον διηγηματικό-αφηγηματικό ρόλο αναλαμβάνει ένα δέντρο. Το δέντρο δεν είναι τόσο μικρό ώστε να μην έχει πλούσια μνήμη, αλλά ούτε και τόσο μεγάλο ώστε η «ματιά» του να έχει κάτι από τη μοιρολατρία των «μεγάλων». Το δέντρο της ιστορίας γεννιέται από τη φωτιά την οποία προκάλεσε κάποτε μια αστραπή. Τα κουκουνάρια που έπεφταν σαν πυροτεχνήματα στη γη δεν ήταν μόνο διασπορείς της πυρκαγιάς, αλλά και φορείς σπόρων που κατάφεραν να δώσουν εκ νέου ζωή στο καμένο τοπίο. Και καθώς το δέντρο και το δάσος αναπτύσσονταν ξανά, μια οικογένεια, η οικογένεια Λεμονή ερχόταν με κάθε ευκαιρία να χαρεί τη φύση και τη σκιά των δέντρων.
Το δέντρο διηγείται δύο ιστορίες, ή ακριβέστερα, μια ιστορία με διττό βλέμμα. Από τη μια πλευρά καταγράφει τη δική του ζωή μέσα στο δάσος και από την άλλη μετέχει στη ζωή της οικογένειας Λεμονή, καθώς είναι ο μάρτυρας των δικών τους περιπετειών, των δικών τους εμπειριών. Το δέντρο και η οικογένεια των ανθρώπων μοιάζουν να αποκτούν δεσμούς συγγενικούς. Εξάλλου, η μέριμνα του συγγραφέα είναι να δείξει πώς η φύση και ο άνθρωπος δεν ζουν βίους παράλληλους, αλλά διασταυρούμενους και εντέλει βαθιά διασυνδεόμενους και αλληλοκαθοριζόμενους. Έτσι, όταν μια ακόμη φωτιά πλήττει το δάσος, αυτή τη φορά από ανθρώπινη αιτία, δέντρα και οικογένεια αγωνιούν και απειλούνται το ίδιο: υπαρξιακά, ταυτοτικά, ολοκληρωτικά.
Το παραμύθι κλείνει με την αγωνία του δέντρου για την επιβίωση. Τη δική του και των ανθρώπων. Για ένα μέλλον που δεν θα είναι καταδικασμένο στην αστική ερήμωση, ένα μέλλον όπου το ευ ζην, κοντά στην πλούσια φύση, κοντά στα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά, μπορεί να υπάρξει. Το δέντρο ζητάει να γίνουμε η φωνή του, και να φωνάξουμε δυνατά, να ακουστεί η υπαρξιακή αγωνία ενός πλανήτη που κινδυνεύει.
Ο Χριστοδούλου γράφει καθαρά με ισορροπία στο συναίσθημα. Η ιστορία είναι σαφής ως προς τους στόχους και τα μηνύματα. Τα παιδιά που θα διαβάσουν το παραμύθι μπορούν έτσι να εστιάσουν στο διακύβευμα. Στο ότι δηλαδή δεν είναι άβουλοι παρατηρητές στη ζωή και ότι ο καθένας με τη δική του δύναμη και βούληση μπορεί να δράσει έτσι ώστε τα δάση, τα πλούσια οικοσυστήματα, να μας συντροφεύουν στη ζωή μας και να την υποστηρίζουν. Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να ζήσουμε.
Εντέλει, ποιος προτίθεται να αντιδράσει στην οικολογική καταστροφή που συντελείται στη χώρα μας και πέρα από αυτήν;
Η δομή της ιστορίας τελειώνει με μια διερώτηση, ένα ερώτημα ανοικτό που απευθύνεται στους αναγνώστες. Ποιος θα γίνει άραγε η φωνή του δέντρου; Ποιος θα αρθρώσει την απειλή, ποιος θα εκφράσει την αγωνία; Εντέλει, ποιος προτίθεται να αντιδράσει στην οικολογική καταστροφή που συντελείται στη χώρα μας και πέρα από αυτήν; Ακριβώς αυτή η ερωτηματική απεύθυνση αποτελεί και τη συνέχεια της ιστορίας πέρα από την ιστορία, δίνοντας δραματικό αλλά και πραγματικό πεδίο δράσης στους παραλήπτες της ιστορίας.
Το σχέδιο της Ντανιέλας Σταματιάδη
Η Ντανιέλα Σταματιάδη με βάση τη συγγραφική σκόπευση, συνθέτει με τη σειρά της τον διηγηματικό, εικονικό και εντέλει παραστασιακό χώρο της ιστορίας. Πάνω σε ένα υπόστρωμα από τις βασικές χρωματικές οικογένειες που χρειάζεται η εικόνα της (έδαφος, ουρανός, δρόμος, φλεγόμενα τοπία, πόλη), πλάθει το παλίμψηστο εικονογραφικό αφήγημα-σκηνικό. Μερικές φορές το «επικυρώνει» χρωματικά με μια δεύτερη σειρά στίξεων και διαφανειών (για παράδειγμα, σε πετσέτες ηλιοθεραπείας μπαίνουν ευκρινώς οι διακοσμητικές τους κηλίδες κ.λπ.).

Οι επιστρώσεις από υλικά που το καθένα επιβάλει μια ιδιαίτερη χειρονομία, μια ιδιαίτερη τεχνική, δημιουργούν εντυπωσιακή και αισθητικά διεγερτική ανησυχία στο θεατή. Οι ζωγραφικοί χώροι της είναι ολοκληρωτικά κατειλημμένοι από αυτή τη ευφρόσυνη διαπάλη των υλικών εικαστικής γραφής και των χρωματικών δράσεων. Οργανώνονται στο τέλος οι εικόνες από το καθαυτό αφηγηματικά, δηλαδή από το εκάστοτε αντικείμενο που ξεπηδά από την αφήγηση: φιγούρες, δέντρα, αυτοκίνητα, σπίτια κ.ο.κ.
Είναι σίγουρο ότι τα παιδιά θα δουν στις ζωγραφιές της Σταματιάδη κάτι οικείο, που συγχρόνως θα τους υποδείξει μια σύμπλεξη τεχνικών, μια συμβίωση υλικών μέσων. Και είναι σίγουρο ότι αυτή η εγγύτητα (αυτή η γειτνίαση με τον δικό τους ζωγραφικό τρόπο) θα καλέσει τα παιδιά να επι-ζωγραφίσουν την εικόνα, να την κατοικήσουν με τον δικό τους τρόπο. Δεν θα οδηγηθούν στο να τη μιμηθούν, αλλά θα κληθούν να δράσουν πάνω της ή δια αυτής και σε συνάρτηση με την αφήγηση. Να επι-δράσουν. Εντέλει να απελευθερωθούν από οποιεσδήποτε ενοχές για τη δική τους πιθανή υστέρηση ως προς την εικαστική επιδεξιότητα του ενήλικα. Με λίγα λόγια, δεν δημιουργούνται εικόνες που θέλουν να επιβληθούν, αλλά εικόνες που θέλουν να διεγείρουν τη φαντασία. Πρόκειται για μια πολύ δημοκρατική και δημιουργική επιλογή, εξαιρετικά «καλοζωγραφισμένη» και συναισθηματικά γεμάτη.
Ο αισθητικός και ο αφηγηματικός ορίζοντας του βιβλίου πετυχαίνουν τελικά τον συναισθηματικό «συντονισμό» που προσδίδει στην Οικογένεια Λεμονή ένταση και διάρκεια. Για παιδιά από τριών ετών έως και τις πρώτες δύο τάξεις του δημοτικού.
*Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΑΠΤΟΥ είναι διδάκτωρ ΕΜΠ, θεατρολόγος-εκπαιδευτικός, κριτικός θεάτρου και παραστατικών τεχνών, κριτικός βιβλίου.
Λίγα λόγια για τους δημιουργούς
Ο Πάνος Χριστοδούλου γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και Ανθρώπινα Δικαιώματα στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Τα Νέα, ενώ ως δικηγόρος έχει συνεργαστεί με διάφορους φορείς σε Ελλάδα και Ευρώπη, σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες και το Ελληνικό Συμβούλιο για τους πρόσφυγες (στο τελευταίο ήταν διευθυντής από το 2010 ως το 2013). Από το 2016 ως και σήμερα είναι διευθυντής του μη κερδοσκοπικού σωματείου Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το οποίο αποτελεί μια οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών που σκοπό έχει την προώθηση, προαγωγή και υπεράσπιση των δικαιωμάτων κάθε παιδιού.

Ως συγγραφέας βιβλίων για παιδιά, ο Πάνος Χριστοδούλου έχει λάβει πολλές διακρίσεις στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό (βραβείο ΙΒΒΥ-Κύκλος Παιδικού Βιβλίου, βραβείο Αναγνώστης, χρυσή λίστα Elniplex, λίστα «Κόκκινη Αλεπού», Κρατικό Βραβείο Κύπρου, λίστα «The White Ravens») και βιβλία του έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο, τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Επιπλέον, έχει ασχοληθεί και με τη συγγραφή ή διασκευή κειμένων για παιδικό και εφηβικό θέατρο.
Η Ντανιέλα Σταματιάδη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972. Το 1997 αποφοίτησε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με ειδικότητα στη ζωγραφική και στη χαρακτική. Έχει λάβει μέρος σε διάφορες ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής. Με την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων ασχολείται επαγγελματικά από το 2000. Έχει φιλοτεχνήσει πάνω από 70 βιβλία μέχρι τώρα, ενώ παράλληλα ασχολείται με την ζωγραφική και διδάσκει σε ιδιωτικά ΙΕΚ.

Έχει λάβει μέρος σε πολυάριθμες εκθέσεις εικονογράφησης και ζωγραφικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ από το 2010 συνεργάζεται με την γκαλερί και το μουσείο Φρυσίρα. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία για το έργο της.



















