
Για την παράσταση «Εγώ κι Εσύ» σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου, που ανεβαίνει στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (ΙΜΚ). Στο σωματικό και ψυχικό rollercoaster της εφηβείας, τι θέση μπορούν άραγε να έχουν η αρρώστια και το πένθος;
Γράφει η Ελευθερία Ράπτου
Η εφηβεία είναι μια περίοδος όπου όλα συμβαίνουν με ένταση και ταχύτητα. Βιολογικές αλλαγές, κοινωνικές και υπαρξιακές ανησυχίες, κοινωνική και οικογενειακή «πίεση» για την επίτευξη στόχων, συνεχείς αναμετρήσεις με πρότυπα και καταστάσεις, συναισθηματικές αλλαγές, επανάσταση και απελπισία, αλλά και χαρά και αισιοδοξία και αγωνία για το παρόν και το μέλλον, όλα μαζί φτιάχνουν την καθημερινή σκηνή όπου οι έφηβοι πρωταγωνιστούν, «αποθεώνονται» αλλά και «αποδοκιμάζονται».
Στο σωματικό και ψυχικό rollercoaster της εφηβείας, τι θέση μπορούν άραγε να έχουν η αρρώστια και το πένθος;
Η δύναμη της ζωής είναι τόσο ισχυρή που σχεδόν εξουθενώνει, όπως αντιστρόφως η απαισιοδοξία και οι ανησυχίες μπορούν να τροφοδοτήσουν εξίσου τη δημιουργικότητα και τη σκέψη των παιδιών που βαδίζουν γοργά προς την ενηλικίωση. Στο σωματικό και ψυχικό rollercoaster της εφηβείας, τι θέση μπορούν άραγε να έχουν η αρρώστια και το πένθος; Πώς μπορεί ένας έφηβος να διαχειριστεί το γεγονός της ανημπόριας ή και του θανάτου, σε μια περίοδο όπου όλα σχεδόν «κραυγάζουν» για ζωή και περιπέτεια; Και άραγε μέσα σε όλον αυτό τον κυκεώνα γεγονότων και ερεθισμάτων πώς μπορούν οι έφηβοι να συγκροτήσουν όχι μόνο στέρεες προσωπικότητες, αλλά και ουσιαστικές διαπροσωπικές σχέσεις, να εντρυφήσουν στην τέχνη και τη λογοτεχνία;
«Εγώ κι Εσύ»: Πολύπλοκες σχέσεις, σύνθετοι χαρακτήρες με φόντο τη χρόνια νόσο και τον θάνατο
Η θεατρική συγγραφέας Λόρεν Γκάντερσον, πολυβραβευμένη και με τα έργα της να ανεβαίνουν διεθνώς στις θεατρικές σκηνές, στο θεατρικό έργο της «Εγώ κι Εσύ» εστιάζει αφενός στην πολυπλοκότητα των εφηβικών διαπροσωπικών σχέσεων, αφετέρου στην πολυεπίπεδη ψυχοσύνθεση των εφήβων.
Η εφηβική σχέση η οποία τίθεται επί σκηνής πλαισιώνεται ακόμη πιο «προκλητικά» ως προς το δραματικό και σκηνικό ζητούμενο, καθώς το ζήτημα της χρόνιας νόσου, της ακροβασίας μεταξύ ζωής και θανάτου, της αβεβαιότητας των θεραπειών, αλλά και της βεβαιότητας ή και της ακαριαίας έλευσης του θανάτου κυκλώνουν τον δραματικό και σκηνικό χώρο και χρόνο, στον οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία. Η ίδια εξάλλου, σε προγενέστερη ομιλία της, είχε εκφράσει την άποψη ότι σε ό,τι αφορά κάθε θεατρικό έργο της, «το ψαχνό βρίσκεται ακριβώς στο δραματικό ταξίδι: Σύνθετοι χαρακτήρες με τους οποίους μπορεί να συνδεθεί το κοινό, χαρακτήρες οπωσδήποτε δραματικοί, οι οποίοι παίρνουν ρίσκα, και κάνουν άμεσες επιλογές οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε θριάμβους αλλά και σε τραγωδίες». Μάλιστα, η συγγραφέας διαχειρίζεται το τέλος κάθε έργου ως μη τελικότητα ή ως μια αναπλαισίωση και επανερμηνεία της ιστορίας, καθώς «το τέλος είναι κάτι περισσότερο από το τελευταίο πράγμα που βλέπουμε πριν πέσει η αυλαία. Είναι το τελικό νόημα, η ολοκλήρωση, η τελευταία κρατημένη ανάσα πριν ο άγραφος κόσμος επιστρέψει ξανά και ξανά...».

Με αυτά υπόψη, τα πρόσωπα στο «Εγώ κι Εσύ» δεν χαράσσουν γραμμική πορεία. Δεν καθορίζονται από μια συμβατική τελεολογία. Τα δύο δεκαεπτάχρονα παιδιά, η Καρολάιν και ο Άντονι, συναντιούνται στο δωμάτιο της πρώτης αναπάντεχα και το παιχνίδι μεταξύ του «εγώ» του «εσύ» αρχίζει. Ο Άντονι επισκέπτεται αυθόρμητα την Καρολάιν, προκειμένου να ολοκληρώσουν μια κοινή εργασία. Έχοντας προς τούτο φέρει μαζί του τη συλλογή ποιημάτων Φύλλα χλόης του ανατρεπτικού αμερικανού ποιητή Ουόλτ Ουίτμαν (1819-1892), ο Άντονι εισβάλει στον περίκλειστο κόσμο της Καρολάιν, η οποία δεν πηγαίνει στο σχολείο για μήνες, εξαιτίας της χρόνιας ασθένειας που τη δοκιμάζει και έχει αδυνατίσει σημαντικά τον οργανισμό της. Ωστόσο, η Καρολάιν δεν συμβιβάζεται με την ασθένειά της, καθώς ο δυνατός και ανεξάρτητος χαρακτήρας της την καθιστά ενδιαφέρουσα και πολυπράγμων προσωπικότητα.
Όταν μάλιστα οι δύο έφηβοι αφήσουν τα αμυντικά τους προσωπεία στην άκρη, θα αρχίσουν να δένονται ουσιαστικά και να επικοινωνούν πραγματικά, καθώς μοιράζονται τα μυστικά, τους φόβους, τα όνειρά τους.
Από την άλλη πλευρά ο Άντονι, αθλητικός και δημοφιλής στο σχολείο, δεν είναι ο κλασικός νάρκισσος έφηβος. Έχει ευαισθησίες και κυρίως έχει την επιμονή και την υπομονή να προσεγγίσει την Καρολάιν και να δει πέρα από την προφάνεια της αρχικής αντίδρασής της προς αυτόν και ως προς το ποίημα του Ουίτμαν «Το τραγούδι του εαυτού μου». Όταν μάλιστα οι δύο έφηβοι αφήσουν τα αμυντικά τους προσωπεία στην άκρη, θα αρχίσουν να δένονται ουσιαστικά και να επικοινωνούν πραγματικά, καθώς μοιράζονται τα μυστικά, τους φόβους, τα όνειρά τους. Έτσι, αυτό που αρχίζει ως τυπική και αναγκαστική συνεργασία στο πλαίσιο μιας σχολικής εργασίας, ξεκλειδώνει ένα πολυεπίπεδο μυστήριο, μια δυναμική ισορροπία μεταξύ φόβου και ελπίδας η οποία διατρέχει όλες τις υπάρξεις και κορυφώνεται στην πιο ουσιαστική ένωση.
Τη δραματική οπτική της Γκάντερσον προσεγγίζει με τον δικό της ευαίσθητο, διαπεραστικό και σαφώς δομημένο σκηνοθετικό τρόπο η Σοφία Βγενοπούλου, στη φετινή ελληνική εκδοχή της παράστασης «Εγώ κι Εσύ», στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (ΙΜΚ). Η Βγενοπούλου οργανώνει την παράσταση του έργου με προσοχή. Η πλοκή εκτυλίσσεται και κλιμακώνεται, ακολουθώντας την εξέλιξη της σχέσης των δύο εφήβων και η σκηνοθέτρια επιμελώς αφουγκράζεται τα ημιτόνια αυτής της σχέσης. Αναλόγως οδηγεί τους δύο ηθοποιούς, τη Λήδα Κουτσοδασκάλου και τον Στέργιο Μικρούτσικο, ώστε να παρουσιάσουν τους χαρακτήρες με πληρότητα και δραματική ένταση.

Η οπτική της Βγενοπούλου ακουμπά αφενός στην επιστημονική της οπτική, αφετέρου στη σκηνοθετική της εμπειρία, με αποτέλεσμα η παράσταση να έχει ισορροπίες και καλά μελετημένες εντάσεις και αποφορτίσεις, βοηθώντας το κοινό να παρακολουθήσει την πλοκή η οποία έχει διαστρωματώσεις, διακειμενικές αναφορές και αναπάντεχο τέλος. Η Κουτσοδασκάλου στον ρόλο της Καρολάιν αποδίδει την εσωτερική σύγκρουση της έφηβης μαθήτριας που ασφυκτιά από τα βιολογικά εμπόδια τα οποία καλείται να αντιμετωπίσει. Νευρώδης, επιθετική αλλά συγχρόνως στοχαστική και κινησιολογικά τολμηρή, οργανώνει τον χώρο εντός του οποίου ο Στέργιος Μικρούτσικος εισέρχεται και στη συνέχεια τον αναδιατάσσει με το δικό του ρόλο ως Άντονι. Ο Μικρούτσικος αποδίδει με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο και χωρίς βεβιασμένη υποκριτική τον αυθορμητισμό, τον μη αναμενόμενο ρομαντισμό και την περίσκεψη ενός εφήβου που βάσει του δραματικού χαρακτήρα του τα έχει όλα… ή όπως θα φανεί, σχεδόν όλα, μέχρι να μπει μια ανυπέρβλητη «τελεία».

Το κείμενο, μεταφρασμένο από την Τζούλια Διαμαντοπούλου, κρατάει τους χυμούς της γραφής της Γκάντερσον, και αποδίδεται με τη δέουσα μέριμνα στην ιδιοσυγκρασία της γλώσσας μας.
Τα σκηνικά της Αρτέμιδος Φλέσσα ακολουθούν τη δομή των παραστάσεων του έργου του εξωτερικού, βάζοντας όμως τη δική της πινελιά στην ανασύσταση ενός εφηβικού δωματίου που πρέπει ως σκηνικό να είναι αφενός λειτουργικό, αφετέρου να αποπνέει γενναιόδωρα την ατμόσφαιρα ενός δωματίου που κατοικείται από μια τελειόφοιτη μαθήτρια. Ενδιαφέρον σημείο της σκηνογραφίας της Φλέσσα είναι ότι έχει διαβάσει την αίθουσα του ΙΜΚ όπου εντάσσεται η παράσταση και προσαρμόζει έξυπνα το σκηνικό, έτσι ώστε οι θεατές, ανεξαρτήτως θέσης, να έχουν την αίσθηση ότι μετέχουν στον εφηβικό σκηνικό κόσμο, βλέποντας περισκοπικά και επομένως συμμετοχικά και όχι μετωπικά (και άρα σε απόσταση από το σκηνικό γεγονός). Η κίνηση της Σταυρούλας Σιάμου ακολουθεί τη φυσικότητα των εφηβικών σωμάτων, ενώ η μουσική του Θοδωρή Αμπαζή συνοδεύει αρμονικά το δραματικό επίδικο. Οι φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη ενισχύουν τα σημεία που η Βγενοπούλου αποφασίζει να τονίσει σκηνοθετικά και επίσης δίνουν ρυθμό στις εναλλαγές της υπόθεσης.
Η παράσταση «Εγώ κι Εσύ» είναι προσεκτικά οργανωμένη για να αγγίξει ουσιαστικά τους εφήβους και τους νέους με ανησυχίες και όνειρα, αλλά και τους ώριμους ενήλικες θεατές, αποτελώντας έτσι βασική επιλογή της φετινής χρονιάς, ενώ το βιβλίο Εγώ κι Εσύ με το θεατρικό κείμενο της Λόρεν Γκάντερσον, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάπα Εκδοτική (μετάφραση: Χρήστος Νικολόπουλος), μπορεί να δώσει την αφορμή για δημιουργική εργασία και μέσα στις τάξεις των εφήβων μαθητών, μετά από την παράσταση.
* Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΑΠΤΟΥ είναι διδάκτωρ ΕΜΠ, θεατρολόγος-εκπαιδευτικός, κριτικός θεάτρου και παραστατικών τεχνών, κριτικός βιβλίου
















