
Για το βιβλίο του Μάνου Μπονάνου «Ο άνθρωπος και η κουκουβάγια» (εκδ. Παπαδόπουλος, εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη).
Γράφει η Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να εξοικειώσει ένας συγγραφέας το παιδικό αναγνωστικό κοινό με τη φύση και ιδιαίτερα με τον οικολογικό τρόπο ζωής και σκέψης. Αυτό εξαρτάται από την ηλικία του αναγνώστη στον οποίο απευθύνεται κάθε συγγραφέας, καθώς και από το είδος του βιβλίου (βιβλίο γνώσεων, βιβλίο μυθοπλασίας).
Ο Μάνος Μπονάνος στο βιβλίο του Ο άνθρωπος και η κουκουβάγια (εκδ. Παπαδόπουλος) σε εικονογράφηση Ντανιέλας Σταματιάδη κατορθώνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Με το κείμενό του δεν περιορίζεται στη σχέση του ενήλικα ήρωα που ζει στο δάσος με την κουκουβάγια, ούτε αρκείται στη διερεύνηση του παράξενου αυτού πτηνού και την αλληλογνωριμία των δύο πλασμάτων. Παράλληλα με την προσπάθεια αλληλοκατανόησής τους και της ουσιαστικότερης επικοινωνίας τους, ο συγγραφέας πετυχαίνει να αποτυπώσει τη φύση ως χώρο όπου ο άνθρωπος βρίσκει τη γαλήνη, γνωρίζει όντα διαφορετικά από αυτόν, διερευνά το άγνωστο τοπίο, γεγονός που τον οδηγεί στο να φιλοσοφεί πάνω στις αξίες που το φυσικό περιβάλλον τού προσφέρει.
Για τη συγγραφή αυτής της εικονογραφημένης ιστορίας ο Μάνος Μπονάνος βασίστηκε στα βιβλία και κυρίως στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Αμερικανού φυσικού και φιλοσόφου του 19ου αι. Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, Walden ή Η ζωή στο δάσος (1854), που αποτελεί ένα βασικό πυλώνα της φιλοσοφικής του σκέψης που σχετίζεται με τη ζωή στη φύση. Ο άλλος εκπροσωπείται κυρίως από το έργο του Πολιτική ανυπακοή (1849), όπου ο Θορώ, εχθρός κάθε συμβιβασμού, διατυπώνει τις απόψεις του για τον φιλοσοφικό αναρχισμό.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θορώ παραιτήθηκε από δάσκαλος, αρνούμενος να υπηρετήσει το αυταρχικό εκπαιδευτικό καθεστώς που κυριαρχούσε τότε. Ενώ αργότερα ίδρυσε μαζί με τον αδερφό του ένα αντιαυταρχικό σχολείο, στο πρόγραμμα του οποίου είχε εισαγάγει τις εκδρομές στη φύση. Δυστυχώς, το σχολείο αυτό έκλεισε μετά το θάνατο του αδερφού του.
Ο συγγραφέας, επηρεασμένος από τα έργα και την αντιεξουσιαστική σκέψη του Θορώ, στο βιβλίο του αυτό μεταπλάθει λογοτεχνικά στιγμές της ζωής του Αμερικανού συγγραφέα στο δάσος. Ήρωας της εικονογραφημένης ιστορίας του είναι ο ίδιος ο Θορώ. Αυτό μας το βεβαιώνει ο ίδιος ο Μπονάνας όχι μόνο με παρακειμενικές αναφορές, όπως στο «Σημείωμα του συγγραφέα» ή στον υπότιτλο του εσωφύλλου, αλλά και με ενδοκειμενικές. Ήδη από την πρώτη σελίδα αναφέρεται στην καλύβα που ο Θορώ είχε φτιάξει στο δάσος κοντά στη λίμνη Ουόλντεν, όταν είχε αποφασίσει να βιώσει την επιστροφή στη φύση κατά τη διετία 1845-46. Στη συνέχεια, περιγράφοντας τη ζωή του εκεί, κάνει λόγο για τα ουσιαστικά οφέλη που είχε αποκτήσει περπατώντας ατέλειωτα μέσα στo δάσος: «Με βοηθούσε πολύ αυτό να ηρεμώ, να σκέφτομαι, να καταλαβαίνω τι έχει στ’ αλήθεια σημασία».

Στην αφήγηση της ιστορίας του ανθρώπου και της κουκουβάγιας, πέρα από την προσπάθεια αλληλογνωριμίας των δύο διαφορετικών όντων, την περιγραφή της μοναξιάς τους και στη συνέχεια τη σταδιακή επαφή τους, μεγάλο μέρος καταλαμβάνουν σκέψεις και συναισθήματα που το ίδιο το δάσος προκαλεί και στα δύο αυτά πλάσματα.
Ο συγγραφέας κατορθώνει να μεταφέρει στα παιδιά με απλά λόγια την οικολογική φιλοσοφική σκέψη του Θορώ, σαφώς επηρεασμένη από τον Ρουσσώ και τις αντιλήψεις του για τη φύση και τον άνθρωπο που ζει σ’ αυτήν. Με φράσεις όπως:
«Αν είναι να μάθω τα μυστικά της Φύσης, πρέπει να δείξω μεγαλύτερο σεβασμό απ’ τούς άλλους» ή «πάντα με συνάρπαζαν τα πουλιά∙[…] Τι απόλαυση! […] Δεν θα σκότωνα ποτέ όμως ένα για να μελετήσω την ανατομία τους» παραπέμπουν σε απόψεις του Θορώ για τη φύση που έχει διατυπώσει στο βιβλίο του «Walden ή Η ζωή στο δάσος»: «Πήγα στο δάσος γιατί ήθελα να ζήσω συνετά, να αντιμετωπίσω μόνο τα ουσιαστικά γεγονότα της ζωής και να δω αν θα μπορούσα να μάθω αυτό που έπρεπε να είχα διδαχθεί και όχι, όταν θα έφτανα να πεθάνω, να ανακαλύψω ότι δεν είχα ζήσει».
Στο βιβλίο αυτό σημαίνοντα ρόλο παίζει η εξαίρετη εικονογράφηση της Ντανιέλας Σταματιάδη. Το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εικονοβιβλίο, αν και το κείμενο, με την διατύπωση σκέψεων και την έκφραση εσώτερων συναισθημάτων των ηρώων, είναι αυτό που δίνει βαθύτερη διάσταση στην ιστορία.

Στο κείμενο κυριαρχεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση που αποκαλύπτει τα προσωπικά συναισθήματα και τις διαθέσεις και των δύο πρωταγωνιστών (ανθρώπου και κουκουβάγιας). Ο λόγος έχει τη μορφή δύο μονολόγων που διατυπώνονται παράλληλα, γεγονός που επιβεβαιώνεται και τονίζεται και από την εικονογράφηση. Στα οκτώ πρώτα δισέλιδα, στην αριστερή σελίδα οι δημιουργοί του βιβλίου αποτυπώνουν λεκτικά και εικονιστικά τις σκέψεις του ανθρώπου και στη δεξιά αυτές της κουκουβάγιας. Σταδιακά και όσο ο άνθρωπος επιθυμεί να γνωρίσει περισσότερο το παράξενο ον που αντικρίζει, το πλησιάζει και διεισδύει και στο δικό του χώρο, αυτόν της δεξιάς σελίδας, ενώ οι παράλληλοι μονόλογοι στα τρία τελευταία δισέλιδα μετατρέπονται σε ειλικρινή και καίριο διάλογο ανάμεσα στα δύο πλάσματα, τα οποία εντωμεταξύ έχουν γνωριστεί αρκετά, διατηρώντας πάντα την ψυχική και συναισθηματική αυτονομία τους.
Τα γήινα χρώματα σε όλες σχεδόν τις διαβαθμίσεις τους, καθώς και οι αντιθέσεις τους αποδίδουν με υποβλητικό συχνά τρόπο το περιβάλλον του δάσους και γενικότερα του φυσικού περιβάλλοντος που δρα ως σκηνικό στην αφήγηση. Η εμφανής διαφορά ως προς το μέγεθος των ηρώων επιτονίζει τη διαφορετικότητά τους και συγχρόνως το σωματικό και ψυχικό τους πλησίασμα. Η ανάγκη της επικοινωνίας τους είναι ορατή και εικαστικά, καθώς και η διατήρηση της ξεχωριστής οντότητάς τους.
Είναι φανερό πως το περιβάλλον του δάσους είναι αυτό που επέδρασε ευεργετικά στην ψυχοσύνθεσή τους και συνέβαλε καθοριστικά στη δόμηση της προσωπικότητάς τους.
*Η ΑΝΝΑ ΚΑΤΣΙΚΗ-ΓΚΙΒΑΛΟΥ είναι Ομότιμη Καθηγήτρια ελληνικής φιλολογίας Ε.Κ.Π.Α.
Λίγα λόγια για τους δημιουργούς
Βιβλιοφάγος από μικρή ηλικία, ο Μάνος Μπονάνος γεννήθηκε στην Αθήνα κι αποφάσισε από νωρίς να γίνει συγγραφέας. Σπούδασε ιστορία και ό,τι άλλο του κίνησε την περιέργεια στην Αθήνα και τη Γλασκόβη.

Έχοντας κάνει ένα σωρό δουλειές και προλαβαίνοντας για καιρό να γράφει μόνο στο ημερολόγιό του, πήρε την απόφαση να κυνηγήσει το όνειρό του και τα τελευταία χρόνια, επιμελείται, μεταφράζει και γράφει βιβλία για παιδιά κι ενήλικες. Ζει στην Πεντέλη με τη Μαρία και την Περσεφόνη. Του αρέσει να μαγειρεύει, να κολυμπά και να περπατά στη φύση.
Η Ντανιέλα Σταματιάδη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972. Το 1997 αποφοίτησε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με ειδικότητα στη ζωγραφική και στη χαρακτική. Έχει λάβει μέρος σε διάφορες ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής. Με την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων ασχολείται επαγγελματικά από το 2000. Έχει φιλοτεχνήσει πάνω από 70 βιβλία μέχρι τώρα, ενώ παράλληλα ασχολείται με την ζωγραφική και διδάσκει σε ιδιωτικά ΙΕΚ.

Το 2010 τιμήθηκε με βραβείο εικονογράφησης από τον Κύκλο του Παιδικού Βιβλίου. Τo 2012 έλαβε έπαινο ΕΒΓΕ, καθώς και πρόσκληση συμμετοχής ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στο Salon du Livre στο Παρίσι. To 2013 έλαβε δύο επαίνους ΕΒΓΕ και τιμήθηκε με υποψηφιότητα για το διεθνές βραβείο εικονογράφησης παιδικού βιβλίου Andersen. Το 2016 έλαβε το βραβείο Peter Pan για το καλύτερο μεταφρασμένο εικονογραφημένο βιβλίο από τη σουηδική IBBY.




















