
Για το βιβλίο των Βαγγέλη Ηλιόπουλου και Αντρέα Κώστα «Το αγόρι που ήθελε να περπατήσει ένα ολόκληρο νησί γύρω γύρω» (εικονογράφηση: Έφη Κοκκινάκη, εκδ. Πατάκη).
Γράφει η Αθηνά Ντούλια
Υπάρχουν βιβλία που αφηγούνται ιστορίες. Υπάρχουν όμως και βιβλία που μας μαθαίνουν έναν διαφορετικό τρόπο να θυμόμαστε. Το εικονογραφημένο βιβλίο Το αγόρι που ήθελε να περπατήσει ένα ολόκληρο νησί γύρω γύρω του Βαγγέλη Ηλιόπουλου και του Αντρέα Κώστα, σε εικονογράφηση Έφης Κοκκινάκη, ανήκει σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία. Δεν μας καλεί απλώς να γνωρίσουμε την ιστορία ενός τόπου: μας προσκαλεί να περπατήσουμε μέσα της, να ακολουθήσουμε τα ίχνη της και να ανακαλύψουμε όσα παραμένουν ζωντανά ακόμη κι όταν ο χρόνος, η απώλεια και η λήθη απειλούν να τα σβήσουν. Προσκαλεί τον αναγνώστη να διασχίσει έναν τόπο όπου το παρελθόν εξακολουθεί να είναι παρόν, όχι ως χρονολογική καταγραφή, αλλά ως βίωμα που μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσα από τις αφηγήσεις.
Η διαδρομή του μικρού ήρωα δεν αποτελεί μόνο μια γεωγραφική περιπλάνηση. Είναι μια πορεία μέσα στον χώρο και στον χρόνο, ένα ταξίδι στη μνήμη ενός τόπου και των ανθρώπων του. Η ιστορία ξεκινά με ένα αγόρι που αγαπά τη θάλασσα και τις ατέλειωτες βόλτες στην αμμουδιά. Ένα μεσημέρι αποκοιμιέται στην παραλία και, όταν ξυπνά, αποφασίζει να πραγματοποιήσει ένα όνειρο: να περπατήσει γύρω από ολόκληρο το νησί. Στη διαδρομή του συναντά ένα κορίτσι που μοιάζει να αναδύεται από τον ίδιο τον τόπο, σαν να κουβαλά μέσα του μια ιστορία που περιμένει να ειπωθεί.
Ο διάλογός τους αποκαλύπτει από την αρχή τον κεντρικό πυρήνα του βιβλίου:
«- Από πού ήρθες εσύ;
- Εδώ είμαι πάντα. Οι παραλίες αυτές είναι δικές μου. Σκέφτηκα ότι θα ήθελες παρέα.
- Μήπως είναι και η θάλασσα δική σου; Δες, όπως σκάνε τα κύματά της, σβήνουν τις πατημασιές μας στην άμμο. Λες κανείς να μη θυμάται ότι περάσαμε από εδώ;
- Από το μυαλό σου ποιος θα μπορούσε να το σβήσει; Η μνήμη είναι η δύναμή σου. Απ’ το μυαλό κανείς δεν μπορεί να σβήσει τίποτα.»
Στον διάλογο αυτό συμπυκνώνεται η βαθύτερη ιδέα του έργου. Η φύση μπορεί να αλλοιώσει τα εξωτερικά ίχνη, όμως η ανθρώπινη μνήμη διατηρεί όσα έχουν αποκτήσει συναισθηματικό και ιστορικό βάρος. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει μια αφήγηση όπου ο τόπος, η ιστορία και η προσωπική εμπειρία συνδέονται αξεδιάλυτα.
Η αφήγηση του βιβλίου αναπτύσσεται μέσα σε μια ατμόσφαιρα ονειρική. Η ατμόσφαιρα αυτή παραπέμπει στην ποιητική της ονειροπόλησης του Bachelard, σύμφωνα με την οποία η λογοτεχνία δεν αναπαριστά απλώς τον κόσμο, αλλά δημιουργεί έναν εσωτερικό χώρο όπου η φαντασία και η ανάμνηση συνυπάρχουν δημιουργικά. Στο βιβλίο των Βαγγέλη Ηλιόπουλου και Αντρέα Κώστα το όνειρο δεν λειτουργεί ως φυγή από την πραγματικότητα – αντίθετα, αποτελεί τον ασφαλή τόπο όπου το τραυματικό παρελθόν μπορεί να επιστρέψει χωρίς να εγκλωβίσει τον αναγνώστη στον φόβο ή στη σκληρότητα της ιστορικής αναπαράστασης. Ο χρόνος διαστέλλεται, οι χώροι μεταβάλλονται αβίαστα, ενώ τα πρόσωπα εμφανίζονται σαν να υπήρχαν ανέκαθεν μέσα στο τοπίο.
Η αφήγηση αποφεύγει να αποσαφηνίσει την ταυτότητά της. Είναι ένα πραγματικό παιδί; Είναι μια ανάμνηση; Είναι η φωνή της ιστορίας ή η ίδια η ψυχή του τόπου;
Μέσα σε αυτό το ονειρικό τοπίο εμφανίζεται το κορίτσι, μια μορφή αινιγματική που μοιάζει να αναδύεται από την ίδια τη γη της Κύπρου. Η αφήγηση αποφεύγει να αποσαφηνίσει την ταυτότητά της. Είναι ένα πραγματικό παιδί; Είναι μια ανάμνηση; Είναι η φωνή της ιστορίας ή η ίδια η ψυχή του τόπου; Η συνειδητή αυτή αμφισημία επιτρέπει στο πρόσωπο να αποκτήσει συμβολικές διαστάσεις και να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, ανάμεσα στην προσωπική εμπειρία και στη συλλογική μνήμη.
Η εικονογράφηση
Η εικονογράφηση της Έφης Κοκκινάκη ενισχύει ουσιαστικά αυτή την ποιητική της αμφισημίας. Οι θερμές ώχρες, οι χρυσοκίτρινες αποχρώσεις, οι γήινοι τόνοι και οι σέπια φωτοσκιάσεις δημιουργούν την αίσθηση παλιών φωτογραφιών που αντιστέκονται στη φθορά του χρόνου. Δεν συγκροτούν απλώς ένα αισθητικά ελκυστικό περιβάλλον. Συνδιαμορφώνουν τον αφηγηματικό κόσμο, δημιουργώντας την αίσθηση ότι ο αναγνώστης περιηγείται ταυτόχρονα σε έναν πραγματικό τόπο και σε έναν χώρο αναμνήσεων. Το κίτρινο φόρεμα του κοριτσιού, σύμβολο φωτός, ζωής και ελπίδας, λειτουργεί ως οπτικός άξονας της αφήγησης, ενώ η χρωματική παλέτα ολόκληρου του βιβλίου αποδίδει με λεπτότητα τη συνύπαρξη νοσταλγίας, απώλειας και προσδοκίας.

Η εικονογράφηση κατορθώνει να αποδώσει με ιδιαίτερη λεπτότητα τη συνύπαρξη αντιθετικών συναισθημάτων: την απώλεια και την ελπίδα, την απουσία και την παρουσία, το παρελθόν και το μέλλον. Το φως που διαπερνά τις εικόνες λειτουργεί ως οπτική μεταφορά της μνήμης: ακόμη και όταν ο χρόνος έχει αφήσει τα σημάδια του, κάτι παραμένει ζωντανό.
Μια εσωτερική διαδρομή
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η χρήση των οπτικών συμβόλων. Το πουλί, το λουλούδι, η θάλασσα, το συρματόπλεγμα δεν αποτελούν απλές εικονογραφικές λεπτομέρειες. Εντάσσονται στον συμβολικό ιστό του βιβλίου και δημιουργούν νοηματικούς αρμούς ανάμεσα στην εικόνα και στην αφήγηση. Το συρματόπλεγμα δηλώνει το όριο και τον αποκλεισμό, το πουλί υποδηλώνει την ελευθερία και την υπέρβαση των περιορισμών, το λουλούδι παραπέμπει στη ζωή που επιμένει ακόμη και μέσα στις συνθήκες της απώλειας.
Έτσι, πριν ακόμη αρχίσει να ξετυλίγεται η ιστορία της Κύπρου, οι δημιουργοί έχουν ήδη οικοδομήσει τον τρόπο με τον οποίο επιθυμούν να τη βιώσει ο αναγνώστης: όχι ως μια ιστορική αναδρομή, αλλά ως μια εσωτερική διαδρομή, όπου το όνειρο, η αφήγηση και η εικόνα συνεργάζονται για να μετατρέψουν την ανάγνωση σε εμπειρία.
Από αυτή την άποψη, το βιβλίο απομακρύνεται από την ιστορική αφήγηση με τη στενή έννοια του όρου. Δεν επιδιώκει να εξηγήσει την Ιστορία, αλλά να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε ο αναγνώστης να τη βιώσει.
Το περπάτημα του αγοριού αποκτά σταδιακά μια λειτουργία πολύ ευρύτερη από τη μετακίνηση μέσα στον χώρο. Μετατρέπεται σε μια πράξη ανακάλυψης, όπου κάθε βήμα αντιστοιχεί σε μια αφήγηση, κάθε στάση αποκαλύπτει ένα ακόμη ίχνος του παρελθόντος και κάθε συνάντηση φωτίζει μια διαφορετική όψη του τόπου. Οι δημιουργοί δεν οργανώνουν την ιστορία ως μια αλληλουχία γεγονότων – οικοδομούν έναν μνημονικό χάρτη, στον οποίο η γεωγραφία μετασχηματίζεται σε βιογραφία. Το παιδί δεν γνωρίζει την Κύπρο μέσα από ημερομηνίες ή ιστορικές πληροφορίες, αλλά μέσα από την εμπειρία της διαδρομής.
Από αυτή την άποψη, το βιβλίο απομακρύνεται από την ιστορική αφήγηση με τη στενή έννοια του όρου. Δεν επιδιώκει να εξηγήσει την Ιστορία, αλλά να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε ο αναγνώστης να τη βιώσει. Η συνάντηση των δύο παιδιών γίνεται ο χώρος όπου η προσωπική εμπειρία συναντά τη συλλογική μνήμη και όπου το παρελθόν αποκτά ξανά φωνή μέσα από την αφήγηση.
Γέφυρα ανάμεσα στις γενιές
Χαρακτηριστική είναι η στιγμή κατά την οποία το κορίτσι αφηγείται γεγονότα που το ίδιο το αγόρι δεν έζησε ποτέ. Ωστόσο, όσο η αφήγηση προχωρά, τα γεγονότα αυτά παύουν να ανήκουν αποκλειστικά στο κορίτσι. Γίνονται σταδιακά και δικά του βιώματα. Η ιστορική εμπειρία δεν μεταδίδεται ως πληροφορία, αλλά ως συναίσθημα, ως εικόνα, ως κοινή ανθρώπινη εμπειρία. Με αυτόν τον τρόπο, η αφήγηση μετατρέπεται σε γέφυρα ανάμεσα στις γενιές.

Στο σημείο αυτό η ανάγνωση του βιβλίου συνομιλεί δημιουργικά με την έννοια της μεταμνήμης, όπως την ανέπτυξε η Hirsch (2012). Σύμφωνα με τη θεωρία της, οι επόμενες γενιές μπορούν να «κληρονομήσουν» εμπειρίες που δεν έζησαν οι ίδιες, επειδή αυτές μεταδίδονται μέσα από αφηγήσεις, εικόνες, οικογενειακές ιστορίες και πολιτισμικές πρακτικές. Δεν πρόκειται για προσωπική ανάμνηση, αλλά για μια βαθιά εσωτερικευμένη σχέση με το παρελθόν, η οποία διαμορφώνει την ταυτότητα όσων έρχονται αργότερα.
Αυτό ακριβώς επιτυγχάνει το βιβλίο των Βαγγέλη Ηλιόπουλου και Αντρέα Κώστα. Ο μικρός ήρωας δεν γίνεται μάρτυρας της Ιστορίας, γίνεται φορέας της. Μέσα από τη συνάντησή του με το κορίτσι, ο πόνος του ξεριζωμού, η απώλεια της πατρίδας και η προσδοκία της επιστροφής μετατρέπονται σε εμπειρίες που ο αναγνώστης αισθάνεται ότι τον αφορούν προσωπικά. Η παιδική λογοτεχνία αποδεικνύει έτσι ότι μπορεί να μεταδώσει τη συλλογική εμπειρία χωρίς να καταφεύγει στον διδακτισμό ή στην αναπαράσταση της βίας. Επιλέγει τον δρόμο της ενσυναίσθησης, της φαντασίας και της αφήγησης, μετατρέποντας την ιστορική γνώση σε εσωτερικό βίωμα.
Έτσι, οι δημιουργοί μετατρέπουν τα μικρά και καθημερινά αντικείμενα σε «τόπους μνήμης» μικρής κλίμακας. Η χαμένη πατρίδα δεν αναπαρίσταται μόνο μέσα από τον γεωγραφικό χώρο, αλλά κατοικεί σε αντικείμενα που μεταφέρουν τη συναισθηματική της σημασία.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ιστορία εξελίσσεται μέσα από μικρές, φαινομενικά ασήμαντες στιγμές. Ένας περίπατος, ένας διάλογος, μια σιωπή, ένα βλέμμα προς τον ορίζοντα αρκούν για να αποκαλύψουν όσα καμία ιστορική σύνοψη δεν θα μπορούσε να αποδώσει με την ίδια συγκινησιακή δύναμη. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη λογοτεχνική αρετή του βιβλίου: κατορθώνει να μετασχηματίσει το συλλογικό τραύμα σε κοινή ανθρώπινη εμπειρία, χωρίς να απλουστεύει την ιστορική του βαρύτητα.
Φορείς αφηγηματικής μνήμης
Τα αντικείμενα που συναντά ο αναγνώστης δεν λειτουργούν ως απλά σύμβολα ούτε ως αναμνηστικά ενός χαμένου κόσμου. Αποτελούν υλικούς φορείς αφηγηματικής μνήμης, μικρές εστίες νοήματος, μέσα από τις οποίες ο παρελθοντικός χρόνος συνεχίζει να συνομιλεί με το παρόν. Η αξία τους δεν βρίσκεται στην υλικότητά τους αλλά στις ιστορίες που μεταφέρουν. Το κλειδί, το κουτάλι της μητέρας, το βότσαλο, το αρνάκι, ο κήπος με τις παπαρούνες μετατρέπονται σε μικρές αφηγηματικές εστίες, μέσα από τις οποίες ο τόπος εξακολουθεί να υπάρχει, ακόμη και όταν έχει χαθεί. Το κλειδί δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο, είναι η υπόσχεση μιας επιστροφής. Το κουτάλι δεν είναι απλώς ένα καθημερινό εργαλείο – είναι το ίχνος μιας οικογενειακής παρουσίας. Το βότσαλο δεν είναι απλώς ένα κομμάτι της φύσης – είναι ένα θραύσμα τόπου που εξακολουθεί να συνοδεύει τη μνήμη.
Έτσι, οι δημιουργοί μετατρέπουν τα μικρά και καθημερινά αντικείμενα σε «τόπους μνήμης» μικρής κλίμακας. Η χαμένη πατρίδα δεν αναπαρίσταται μόνο μέσα από τον γεωγραφικό χώρο, αλλά κατοικεί σε αντικείμενα που μεταφέρουν τη συναισθηματική της σημασία. Ο τόπος δεν υπάρχει πλέον μόνο ως περιοχή στον χάρτη, αλλά υπάρχει μέσα στα πράγματα που διασώζουν τις ιστορίες των ανθρώπων.
Η μνήμη ενάντια στη λήθη
Το αγόρι που ήθελε να περπατήσει ένα ολόκληρο νησί γύρω γύρω είναι ένα βιβλίο για έναν τόπο, αλλά κυρίως για όσα κάνουν έναν τόπο να συνεχίζει να υπάρχει. Είναι ένα βιβλίο για τη μνήμη, την απώλεια και την ανάγκη του ανθρώπου να διατηρεί ζωντανές τις ιστορίες που συγκροτούν την ταυτότητά του. Η μεγάλη του δύναμη βρίσκεται ακριβώς σε αυτήν την αισθητοποίηση της εμπειρίας. Ο αναγνώστης δεν παρακολουθεί απλώς τα γεγονότα. Περπατά μαζί με το αγόρι, ακούει τη φωνή του κοριτσιού, αγγίζει μέσα από τη φαντασία του τα αντικείμενα που διασώζουν έναν χαμένο κόσμο και ανακαλύπτει ότι η μνήμη δεν είναι μόνο γνώση του παρελθόντος.
Γιατί ένας τόπος δεν χάνεται μόνο όταν στερείται από τους ανθρώπους του. Χάνεται οριστικά όταν παύει να υπάρχει στις ιστορίες τους.
Ίσως τελικά αυτή να είναι η βαθύτερη αποστολή της παιδικής λογοτεχνίας: όχι να προσφέρει εύκολες απαντήσεις, αλλά να δημιουργεί χώρους όπου οι ιστορίες μπορούν να συνεχίσουν να κατοικούν. Να μετατρέπει τη μνήμη σε αφήγηση και την αφήγηση σε γέφυρα ανάμεσα στους ανθρώπους. Γιατί ένας τόπος δεν χάνεται μόνο όταν στερείται από τους ανθρώπους του. Χάνεται οριστικά όταν παύει να υπάρχει στις ιστορίες τους. Και όσο υπάρχουν παιδιά που ακούν, αφηγούνται και κάνουν δικές τους αυτές τις ιστορίες, κανένας τόπος και καμία μνήμη δεν εξαφανίζονται πραγματικά.
- Διαβάστε επίσης: «Το αγόρι που ήθελε να περπατήσει ένα ολόκληρο νησί γύρω γύρω» (κριτική) – Μιλώντας στα παιδιά για την Κατεχόμενη Κύπρο
Ίσως γι’ αυτό το αγόρι συνεχίζει να περπατά. Όχι για να φτάσει σε έναν προορισμό, αλλά για να διατηρήσει ζωντανή τη διαδρομή. Γιατί κάθε βήμα του είναι μια υπενθύμιση πως η μνήμη, όταν γίνεται αφήγηση, μπορεί να νικήσει τη λήθη.
* Η ΑΘΗΝΑ ΝΤΟΥΛΙΑ είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Παιδικής Λογοτεχνίας στο Π.Τ.Ν Ιωαννίνων
Λίγα λόγια για τους δημιουργούς
Ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε παιδαγωγικά και θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Εργάζεται στην πρωτοβάθμια ιδιωτική εκπαίδευση. Το 1995 εκδόθηκε Η περιπέτεια της ζαρωμένης κάλτσας (εκδ. Δελφίνι), το πρώτο του βιβλίο για παιδιά. Δυο χρόνια μετά κυκλοφόρησε το βιβλίο του Ο Τριγωνοψαρούλης (εκδ. Πατάκη) με τον πλέον διάσημο ήρωα της ελληνικής λογοτεχνίας για παιδιά.

Από τότε ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος έχει γράψει πολλά βιβλία για παιδιά και νέους. Πολλά από αυτά κυκλοφορούν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης και της Ασίας. Βιβλία του έχουν τιμηθεί µε το Κρατικό Βραβείο, το Βραβείο Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ – Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου κ.ά. Το 2018 το Ελληνικό Τμήμα της ΙΒΒΥ- Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου τον ανακήρυξε Πρεσβευτή Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου. Το 2023 έγραψε το μήνυμα που χρησιμοποίησε η ΙΒΒΥ σε όλο τον κόσμο στις 2 Απριλίου, για την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου.
Ο Ανδρέας Κώστα γεννήθηκε το 1972 στην Αμμόχωστο. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, μεγάλωσε σε αντίσκηνα και σε προσφυγικούς συνοικισμούς. Σήμερα ζει με την οικογένειά του στη Λάρνακα, όπου εργάζεται ως δάσκαλος.

Εδώ και 35 χρόνια οργανώνει την εκστρατεία συλλογής βιβλίων «Βιβλία για όλους», με την οποία έχει συμβάλει στη δημιουργία δώδεκα βιβλιοθηκών. Συντονίζει εκδηλώσεις παιδικής λογοτεχνίας σε ολόκληρη την Κύπρο, με αφηγήσεις παραμυθιών και θεατρικό παιχνίδι. Έχει εκδώσει το αυτοβιογραφικό βιβλίο Ο δρόμος των αστεριών (2020) και έχει διασκευάσει σε επαγγελματική παιδική θεατρική παράσταση το βιβλίο της Αγγελικής Βαρελλά Τα παπουτσάκια που λένε παραμύθια, με την οποία ο θίασος Αερόστατο περιόδευσε σε ολόκληρη την Κύπρο.
Η Έφη Κοκκινάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στο εργαστήριο του Ν. Κεσσανλή απ' όπου αποφοίτησε με άριστα. Από το 1995 εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ως καθηγήτρια εικαστικών και ζει στο Ρόδο. Παράλληλα, ασχολείται από το 2014 με την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Έχει συμμετάσχει επίσης σε πολλές εκθέσεις ζωγραφικής. Έργα της βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.



















