
Για το μυθιστόρημα για νέους αναγνώστες της Ίνβιλ Χ. Ρισχέι (Ingvild H. Rishøi) «Ο δρόμος προς τα αστέρια» (μτφρ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, εκδ. Μεταίχμιο). Εικόνα: Από τη μεταφορά της ταινίας στον κινηματογράφο.
Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
Στο μυθιστόρημα της Ίνβιλ Χ. Ρισχέι Ο δρόμος προς τα αστέρια (μτφρ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, εκδ. Μεταίχμιο) η μικρή Ρόνια μεγαλώνει στο Όσλο με την έφηβη αδερφή της, τη Μελίσα, και τον πατέρα τους, που καθώς τα Χριστούγεννα κοντεύουν, βρίσκει επιτέλους δουλειά – και τι δουλειά: πουλά χριστουγεννιάτικα έλατα, με την ελπίδα όλων να μπει επιτέλους στον ίσιο δρόμο, να βάλει ένα τέλος στη σχέση του με τον δαίμονα του αλκοόλ, και τους εξίσου προβληματικούς συμπότες του, και να φυλάξει ένα ψηλό και όμορφο δέντρο για την οικογένειά του.
Οι κόρες του παρουσιάζονται επιφυλακτικές στην αρχή και στη συνέχεια δυστυχώς επιβεβαιώνονται. Ο πατέρας ξανακυλά γρήγορα, απολύεται και η Μελίσα αναλαμβάνει να τον καλύψει στη δουλειά, καθώς προσλαμβάνεται από το αφεντικό τους, τον Έρικσεν, στην ίδια ακριβώς θέση – αλλά με χαμηλότερη αμοιβή.

Η Ρόνια επισκέπτεται την αδερφή της στον εργασιακό χώρο, εμπνέοντας τον Τόμι, συνάδελφο της Μελίσα, να βάλει το πολύ μικρό κορίτσι στη δουλειά, κάτω από τη μύτη του Έρικσεν. Έτσι, η νεαρή αφηγήτρια ξεκινάει παράνομα να πουλάει δεμάτια και στεφάνια για τις γιορτές. Τα δυο κορίτσια προσπαθούν να σταθούν ολομόναχα στα πόδια τους, αλλά οι αναποδιές αυξάνονται και δημιουργούν μια χιονοστιβάδα έτοιμη να παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της.
Ποιος ευθύνεται περισσότερο που η Ρόνια βγαίνει στους δρόμους ως μικρή πωλήτρια, ποντάροντας στη συμπόνια που εκμαιεύει από τους περαστικούς; Θα γίνει ποτέ «καλά» ο πατέρας κι η οικογένεια, και θα καταφέρουν να πάνε στην παραμυθένια καλύβα στο χιονισμένο δάσος που ονειρεύονται; Η ιστορία αποκτά όλο σκοτεινότερο τόνο καθώς εκτυλίσσεται, μέχρι που στο τέλος… μα, τι συμβαίνει στο τέλος;
Το «νέο» κοριτσάκι με τα σπίρτα
Μια προσεκτική ανάγνωση της ιστορίας φέρνει στο μυαλό το κλασικό παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα», το οποίο αναφέρεται και στο κείμενο της Ρισχέι.
Η Ρόνια είναι μια σύγχρονη εκδοχή του κοριτσιού, σε μια δυτική κοινωνία περισσότερο εμπορευματοποιημένη, καταναλωτική και άθρησκη. Το θαύμα των Χριστουγέννων μοιάζει να έχει χαθεί: «(…) η βιομηχανία των Χριστουγέννων είναι γεμάτη σκατόκοσμο» παραδέχεται η Μελίσα, ενώ ο Τόμι αναφέρει πιο κάτω κυνικά: «Εμείς πουλάμε ένα όνειρο. Οι πελάτες μας αγοράζουν χριστουγεννιάτικο πνεύμα». Όταν συναντά τον μουσουλμάνο συμμαθητή της με τον πατέρα του, η Ρόνια παραπονιέται: «… ζηλεύω τους πιστούς που πιστεύουν στον Θεό και ξέρουν πάντα πού να πάνε, προχωράνε κάτω από ένα τεράστιο θεϊκό χέρι ενώ εμείς δεν πιστεύουμε σε κανέναν, ο Χριστός ήταν απλώς ένας μέγας θεραπευτής, αυτό λέει ο μπαμπάς, αυτό είναι όλο».

Γιατί να γιορτάσει ο κόσμος τη γέννηση ενός «μεγάλου θεραπευτή»; Δεν υπάρχει πλέον προσανατολισμός, θέση για συναισθήματα, αλλά ούτε και μαγεία στις γιορτές: ο ρεαλισμός έχει αλλάξει μορφή από την εποχή του Καρόλου Ντίκενς, αλλά επιβιώνει, και ο παράδεισος, που υπήρχε στην εκδοχή του Άντερσεν, εδώ μοιάζει με ψέμα. Στη θέση του, υπάρχει ο «κύκλος της ζωής», όπως αναφέρεται σε διάφορα σημεία της ιστορίας, που δεν κλείνει ποτέ, μιας και όλα προχωρούν αδιαφορώντας για τους ανθρώπους. Με μια αναφορά σε αυτόν τον τρομερό κύκλο -που ανά στιγμές μοιάζει φαύλος για τα δυο κορίτσια, με την κάθε στροφή του πατέρα στο ποτό- παίρνει μπρος η ιστορία («Ύστερα το χιόνι λιώνει και τα χριστουγεννιάτικα δέντρα κείτονται ξερά και καφετιά μπροστά στις πολυκατοικίες, και τα γκαζόν πρασινίζουν και γεμίζουν πικραλίδες κι έτσι συνεχίζεται η ζωή...»), και με μια ακόμη τελειώνει: «Άρχισε και μετά συνεχίστηκε και στο τέλος τελείωσε. Ναι. Οι σπόροι φυτρώνουν και γίνονται έλατα που βγάζουν κουκουνάρια και ψηλώνουν και πέφτουν και πεθαίνουν».
Μόνο που στο τέλος αυτός ο κύκλος μοιάζει να σπάει: οι δυο αδερφές παγιδεύονται σε μια καταιγίδα, αλλά προφυλάσσονται από τα κλαδιά του ελάτου που κρατήθηκε γι’ αυτές μετά από παρακίνηση του πατέρα τους. «Σώζονται» και μόλις ξεμυτίσουν, το όνειρο έχει γίνει πραγματικότητα: φτάνουν στη χειμερινή καλύβα τους, στη φύση, όπου τις επισκέπτεται ο πατέρας τους. Άραγε χάθηκαν μια για πάντα στην καταιγίδα; Ή όντως συνέβη ένα «θαύμα», η υπόσχεση του οποίου έχει ήδη δοθεί μέσα στο κείμενο;

Δεν είναι απολύτως σαφές, όμως «κάτι» αληθινό υπάρχει στο τέλος, κάτι μένει πίσω, μια μορφή δικαίωσης επέρχεται. Aς μην ξεχνάμε ποια αφηγείται την ιστορία, η Ρόνια, που στην αρχή κιόλας λέει πόσο της λείπει η γειτονιά της. Ό,τι κι αν συνέβη, λοιπόν, η φωνή της συνεχίζει να ακούγεται, ποτέ δεν σβήνει.
Το ύφος
Διαβάζοντας το αυτί της έκδοσης, μαθαίνουμε πως το παραμύθι της Ρισχέι θεωρείται ήδη «ως ένα σύγχρονο κλασικό». Κάποιοι το έχουν συγκρίνει με την ιστορία Μικρά πράγματα σαν κι αυτά (μτφρ. Μαρτίνα Ασκητοπούλου, εκδ. Μεταίχμιο) της Κλερ Κίγκαν. Εμείς θα γράψουμε πως η Ρισχέι, επιλέγοντας μια έκφραση λιτή κι έναν τόνο γλυκόπικρο, διεξάγει ένα πείραμα: προσπαθεί να δει αν μπορεί να υπάρξει, και να πείσει, ένα θαύμα στον απομαγεμένο κόσμο μας.
Κάποιες σκηνές είναι γραμμένες με μεγάλη μαεστρία – ξεχωρίζει εκείνη όπου η Ρόνια βρίσκει τον πατέρα της αναίσθητο και του μιλά χωρίς να αυτολογοκρίνεται, εκφράζοντας την πικρία της και σκεπτόμενη για λίγο να του κάνει κακό. Με τις κοφτές φράσεις της να διαδέχονται η μια την άλλη, ο αναγνώστης περιμένει πως ο πατέρας θα συνέλθει καθώς η κόρη πλησιάζει όλο πιο κοντά του, κάτι που δεν συμβαίνει, κι αυτό θα λέγαμε πως είναι η μεγάλη τραγωδία της οικογένειας.
Αυτές τις δυνατές στιγμές μεταφέρει στη γλώσσα μας η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, με την πολύ καλή της μετάφραση από τα νορβηγικά.
*Ο ΣΟΛΩΝ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
H Ingvild H. Rishoi (Ίνβιλ Χ. Ρισχέι, 1978) γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Όσλο. Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε δέκα γλώσσες. Για το συγγραφικό της έργο έχει τιμηθεί με πλήθος διακρίσεων, μεταξύ των οποίων και με το Βραβείο Brage, το Βραβείο Κριτικών και το Βραβείο P. O. Enquist.

Ο δρόμος προς τα αστέρια κυκλοφόρησε το 2021 στη Νορβηγία, τη Σουηδία και τη Δανία ταυτόχρονα, και γνώρισε ενθουσιώδη υποδοχή και στις τρεις χώρες. Χαιρετίστηκε αμέσως ως ένα σύγχρονο κλασικό. Mεταφράζεται σε πάνω από τριάντα γλώσσες, ενώ ετοιμάζεται και η κινηματογραφική του διασκευή. Το 2024 η Σουηδική Ακαδημία της απένειμε το πολύ σημαντικό Βραβείο Dobloug για τη συνεισφορά της στη νορβηγική λογοτεχνία.



















