
Για το βιβλίο «Παιδιά της Πανδώρας» της Κατερίνας Δημόκα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. «Ποια είναι η θέση της τεχνητής νοημοσύνης στη μάθηση» είναι ένα από τα θέματα που θίγει το βιβλίο.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μαστροθανάσης
Υπάρχουν βιβλία που φτάνουν στον αναγνώστη τη στιγμή της έκδοσής τους και άλλα που επιστρέφουν αργότερα, σχεδόν απρόσμενα, ζητώντας μια δεύτερη, πιο ώριμη ανάγνωση. Κάπως έτσι βρέθηκαν στα χέρια μου τα Παιδιά της Πανδώρας της Κατερίνας Δημόκα, ένα παιδικό βιβλίο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το 2019 σε εικονογράφηση του Στάθη Πετρόπουλου. Το είχα αγοράσει παλιότερα για την κόρη μου και πρόσφατα εκείνη το έβγαλε από τη βιβλιοθήκη της, αναζητώντας κάτι για να περάσει την ώρα της. Το άφησε κάπου πρόχειρα, όπως συμβαίνει συχνά με τα παιδικά βιβλία που μετακινούνται μέσα στο σπίτι, κι έτσι βρέθηκε μπροστά μου. Αυτή η μικρή, τυχαία οικογενειακή στιγμή έγινε η αφορμή να το πάρω στα χέρια μου και να το διαβάσω με τη ματιά του σημερινού αναγνώστη, σε μια εποχή όπου το GPT, το Gemini και γενικότερα τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης έχουν ήδη μπει δυναμικά στην καθημερινή ζωή.
Η Δημόκα στήνει έναν μυθοπλαστικό κόσμο όπου τα παιδιά μεγαλώνουν δίπλα στις «Πανδώρες», υπερσύγχρονα έξυπνα συστήματα που απαντούν σε ερωτήσεις, οργανώνουν πληροφορίες, ψυχαγωγούν, καθοδηγούν και συνοδεύουν την καθημερινότητά τους.
Η ανάγνωση αυτή αποδείχθηκε ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα. Εκείνο που το 2019 μπορούσε να φανεί ως λογοτεχνική επινόηση για ένα τεχνολογικά προηγμένο μέλλον, σήμερα μοιάζει με εξαιρετικά εύστοχη προεικόνιση μιας πραγματικότητας που έφτασε πολύ γρήγορα. Η Δημόκα στήνει έναν μυθοπλαστικό κόσμο όπου τα παιδιά μεγαλώνουν δίπλα στις «Πανδώρες», υπερσύγχρονα έξυπνα συστήματα που απαντούν σε ερωτήσεις, οργανώνουν πληροφορίες, ψυχαγωγούν, καθοδηγούν και συνοδεύουν την καθημερινότητά τους. Ήδη από τις πρώτες σελίδες, η Πανδώρα 100 απαντά στον Τζίμη και λειτουργεί ως ένας διαλογικός τεχνολογικός βοηθός. Το παιδί ρωτά, η συσκευή αποκρίνεται. Το παιδί ζητά, η συσκευή εκτελεί. Το παιδί απορεί, η οθόνη εμφανίζει δεδομένα. Η συγγραφέας περιγράφει με αφηγηματική απλότητα μια συνθήκη που σήμερα έχει γίνει απολύτως οικεία, τη μετάβαση από τον υπολογιστή ως εργαλείο στον υπολογιστή ως συνομιλητή.
Εκεί βρίσκεται η αξιοσημείωτη προνοητικότητα της συγγραφέως. Τρία περίπου χρόνια πριν από τη δημόσια και μαζική εξάπλωση του ChatGPT, η ιστορία της είχε ήδη συλλάβει τον πυρήνα της νέας σχέσης ανθρώπου και τεχνολογίας. Η Πανδώρα θυμίζει τα σημερινά συστήματα τεχνητής νοημοσύνης επειδή συνομιλεί, απαντά άμεσα, οργανώνει τη γνώση, υποστηρίζει τη σχολική εργασία, μεσολαβεί στην επικοινωνία και αποκτά σταδιακά θέση μέσα στον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά σκέφτονται, μαθαίνουν και σχετίζονται με τον κόσμο. Η Δημόκα φαίνεται να διέκρινε έγκαιρα πως η τεχνολογία του μέλλοντος θα κρινόταν λιγότερο από την ταχύτητα των μηχανών και περισσότερο από τη θέση που θα καταλάμβανε μέσα στη γλώσσα, στη μνήμη, στη φαντασία και στην καθημερινή εμπειρία.
Το βιβλίο διατηρεί παιδαγωγική νηφαλιότητα. Η Πανδώρα παρουσιάζεται ως σημαντικό εργαλείο, με πραγματικές δυνατότητες. Η ιστορία απομακρύνεται από μια απλή τεχνοφοβική ανάγνωση και μεταφέρει το βάρος στο μέτρο, στη χρήση και στον ρόλο της τεχνολογίας στη ζωή του παιδιού. Η συσκευή γίνεται κρίσιμη όταν αρχίζει να καταλαμβάνει τον χώρο της φαντασίας, της αναζήτησης, της ομιλίας, της ανάγνωσης, της μνήμης και της ανθρώπινης σχέσης. Η Δημόκα, μέσα από μια παιδική ιστορία, αγγίζει ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σημερινής εποχής της τεχνητής νοημοσύνης, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η παιδική σκέψη όταν η απάντηση προηγείται της αναζήτησης και όταν η οθόνη μοιάζει ικανή να γνωρίζει τα πάντα.

Το ενδιαφέρον του βιβλίου ενισχύεται όσο προχωρά η εξέλιξη των Πανδωρών. Η Πανδώρα 400, ως πιο εξελιγμένη εκδοχή, φτάνει να λειτουργεί σχεδόν ως «δεξί χέρι» των παιδιών. Η φράση αυτή, μέσα στο σημερινό περιβάλλον των ψηφιακών βοηθών, αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Η τεχνητή νοημοσύνη παίρνει ήδη θέση σε σχολικές εργασίες, αναζητήσεις, μεταφράσεις, συνομιλίες, εικόνες, κείμενα, αποφάσεις και μορφές αυτοέκφρασης. Η Δημόκα είδε λογοτεχνικά ότι το σημαντικό ερώτημα αφορά στην εξάρτηση της παιδικής εμπειρίας από ένα σύστημα που απαντά, προτείνει, κατευθύνει και σταδιακά υποκαθιστά τη δοκιμή της σκέψης.
Υπεράσπιση της ανάγνωσης σε έναν κόσμο ταχείας ψηφιακής μεσολάβησης
Η παιδαγωγική δύναμη της ιστορίας κορυφώνεται στο τέλος, όταν η Εύα ανακαλύπτει τα βιβλία της γιαγιάς Φλώρας. Η ανακάλυψη αυτή λειτουργεί ως επιστροφή στη γλώσσα, στη μνήμη, στη φωνή, στη σωματική επαφή με το βιβλίο και στη χαρά της ανάγνωσης. Το βιβλίο μετατρέπεται σε αντικείμενο αγάπης, σε φορέα οικογενειακής συνέχειας, σε αφορμή τραγουδιού και σε χώρο φαντασιακής ελευθερίας. Η εικόνα του παιδιού που θέλει να κοιμηθεί αγκαλιά με ένα βιβλίο διαθέτει μεγάλη συγκινησιακή πυκνότητα. Απέναντι στην οθόνη που εμφανίζει άμεσα πληροφορίες, το έντυπο βιβλίο ξαναφέρνει την αφή, τον ρυθμό, την ομοιοκαταληξία, τη φωνή της γιαγιάς, τη μνήμη των προηγούμενων γενεών και τη χαρά της προσωπικής ανακάλυψης.
Από τη σκοπιά του αναγνωστικού εγγραμματισμού, τα Παιδιά της Πανδώρας μπορούν να διαβαστούν ως υπεράσπιση της ανάγνωσης σε έναν κόσμο ταχείας ψηφιακής μεσολάβησης. Η ανάγνωση εδώ συνδέεται με εμπειρία, σχέση και εσωτερική ζωή. Το βιβλίο της γιαγιάς Φλώρας δίνει στην Εύα έναν άλλο τρόπο να βλέπει, να θυμάται, να φαντάζεται και να εκφράζεται. Η λογοτεχνία παρουσιάζεται ως χώρος όπου το παιδί ασκεί τη γλώσσα του, καλλιεργεί την ευαισθησία του και βρίσκει ρυθμό στη σκέψη του. Αυτή η διάσταση κάνει την ιστορία ιδιαιτέρως χρήσιμη για γονείς, εκπαιδευτικούς και όσους ασχολούνται με τη σχέση παιδικής ηλικίας και τεχνολογίας.
Το βιβλίο θέτει επίσης ένα λεπτό ζήτημα που η σημερινή εκπαιδευτική κοινότητα συζητά ολοένα εντονότερα. Ποια είναι η θέση της τεχνητής νοημοσύνης στη μάθηση. Η απάντηση της Δημόκα είναι ώριμη. Η τεχνολογία μπορεί να είναι εργαλείο. Η παιδική ηλικία χρειάζεται χώρο για απορία, λάθος, φαντασία, αφήγηση, καθυστέρηση, προσωπική αναζήτηση και σχέση με άλλους ανθρώπους. Η γνώση που εμφανίζεται ακαριαία στην οθόνη έχει αξία, ενώ η γνώση που χτίζεται μέσα από ανάγνωση, μνήμη, διάλογο και συγκίνηση διαμορφώνει διαφορετικά το παιδί. Η ιστορία μιλά γι’ αυτή τη διαφορά με τρόπο εύληπτο, παιγνιώδη και λογοτεχνικά επεξεργασμένο.
Για τα παιδιά είναι μια ζωντανή ιστορία με μυστήριο, τεχνολογική φαντασία και ανατροπή. Για τους ενήλικες είναι μια αφορμή σοβαρού στοχασμού πάνω στη θέση της τεχνητής νοημοσύνης, του βιβλίου και της φαντασίας στη σύγχρονη παιδική ζωή.
Τα Παιδιά της Πανδώρας ανήκουν σε εκείνες τις παιδικές ιστορίες που συνομιλούν με την εποχή τους και, εκ των υστέρων, φαίνεται πως συνομιλούσαν και με το μέλλον. Η Κατερίνα Δημόκα έγραψε ένα βιβλίο για παιδιά, όμως κατέγραψε με αξιοπρόσεκτη διαίσθηση μια επερχόμενη πολιτισμική μετατόπιση, την είσοδο του έξυπνου συστήματος στην καθημερινή γλώσσα, στη σχολική πράξη, στη φαντασία και στη σχέση του παιδιού με τη γνώση. Σήμερα, μετά την εξάπλωση των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, η Πανδώρα της μοιάζει λιγότερο με μακρινή μυθοπλασία και περισσότερο με λογοτεχνικό προανάκρουσμα όσων βιώνουμε.
Η αξία του βιβλίου βρίσκεται τελικά στη διπλή του αναγνωσιμότητα. Για τα παιδιά είναι μια ζωντανή ιστορία με μυστήριο, τεχνολογική φαντασία και ανατροπή. Για τους ενήλικες είναι μια αφορμή σοβαρού στοχασμού πάνω στη θέση της τεχνητής νοημοσύνης, του βιβλίου και της φαντασίας στη σύγχρονη παιδική ζωή. Η Δημόκα δείχνει ότι η παιδική λογοτεχνία μπορεί να μιλήσει για σύνθετα ζητήματα με καθαρότητα και ευαισθησία. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό γνώρισμα της καλής παιδικής γραφής, απευθύνεται στο παιδί με φυσικότητα, ενώ αφήνει στον ενήλικα την αίσθηση ότι μια σημαντική αλήθεια είχε ειπωθεί εγκαίρως.
*Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΣΤΡΟΘΑΝΑΣΗΣ είναι δάσκαλος, διδάκτωρ Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Αιγαίου, μεταδιδάκτορας Ιατρικής Ε.Κ.Π.Α., ΣΕΠ/Συντονιστής Θ.Ε. Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Κατερίνα Δημόκα μοίρασε την παιδική της ηλικία στον Πειραιά και στη Λιβαδειά. Είναι αριστούχος φιλόλογος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών με ειδίκευση στη Γλωσσολογία και διαθέτει Master στη Διδασκαλία της Ελληνικής ως Ξένης Γλώσσας. Ζει στη Λιβαδειά με την οικογένειά της, ενώ εργασία και χαρά βρίσκει στο σχολείο. Έχει δύο παιδιά δικά της, πολλά μέσα στις τάξεις και προσπαθεί να γνωρίσει ακόμα περισσότερα γράφοντας για αυτά.

Κείμενά της έχουν ξεχωρίσει σε λογοτεχνικούς και φιλολογικούς διαγωνισμούς. Για παιδικά έργα της έχει διακριθεί τρεις φορές από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά (2014, 2018, 2020). Το βιβλίο της Όμηρος στο Πέλαγος ήταν το τρίτο στην κατάταξη του ηλεκτρονικού περ. Ο Αναγνώστης στην κατηγορία «Λογοτεχνικό βιβλίο για παιδιά» (2018). Τα παιδικά βιβλία της είναι: Η δασκάλα των χρωμάτων (2016), Ένα πράσινο τηλέφωνο (2017), Χριστουγεννιάτικα δώρα στην Ταραχώρα (2017), Όμηρος στο πέλαγος (2017), Παιδιά της Πανδώρας (2019) και το εφηβικό μυθιστόρημα Δύο στόματα (2021). Όλα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.




















