
Για το βιβλίο του Βασίλη Κωστάκη «Συγγνώμη για τη φασαρία αλλά εμείς θα παίξουμε μπάλα» (εικονογράφηση: Mercè Tarrés, εκδ. Διόπτρα).
Γράφει η Ελευθερία Ράπτου
Το ποδόσφαιρο είναι το πιο μαζικό άθλημα. Γενιές και γενιές αγοριών, αλλά και κοριτσιών πλέον, σε όλο τον κόσμο, μαθαίνουν να παίζουν με τη «μαγική» μπάλα. Το ποδόσφαιρο είναι ίσως το πιο «δημοκρατικό», δια-ταξικό παιχνίδι. Νέοι και γεροντότεροι, άνδρες και γυναίκες, άνθρωποι όλων των κοινωνικών τάξεων και των οικονομικών στρωμάτων, αθλητές και οπαδοί ανεξαρτήτως της καταγωγής, επαγγελμάτων, πολιτικών πεποιθήσεων, τόπων κατοικίας, αποκτούν μερίδιο στη μεγάλη, ετερόκλητη, παγκόσμια κοινότητα του ποδοσφαίρου.
Στα σχολεία, στους αθλητικούς συλλόγους και στα φυτώρια ταλέντων, τα παιδιά κλωτσούν την μπάλα και ονειρεύονται. Ονειρεύονται να μοιάσουν στους αγαπημένους τους ποδοσφαιριστές (οι οποίοι φυσικά δεν είναι οι ίδιοι για κάθε γενιά, αλλά ανανεώνονται και εμπλουτίζουν το πάνθεον των αστέρων του αθλήματος), ονειρεύονται θριάμβους, χειροκρότημα, αποδοχή, δόξα και γιατί όχι, το αντίστοιχο χρήμα που ρέει άφθονο στο εμπορικό-εταιρικό σκέλος του αθλήματος. Σε κάθε σχολική τάξη υπάρχουν σίγουρα αρκετά παιδιά που θα ήθελαν με όλη τους την ψυχή να γίνουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές και φυσικά δεν υπάρχουν μαθητές και μαθήτριες που να μην ρωτούν τους δασκάλους και τις δασκάλες τους την κρίσιμη ερώτηση: «Κυρία, κύριε τι ομάδα είστε;», ιδίως πριν και μετά από κρίσιμους και πολυδιαφημισμένους αγώνες.
Κάθε άθλημα έχει την εποικοδομητική και την ανταγωνιστική του πλευρά, με την άμιλλα πολύ συχνά να υποσκελίζεται από τον ανταγωνισμό, ο οποίος δεν είναι καθόλου ανώδυνος για τα παιδιά.
Στα προαύλια των σχολείων γίνεται κυριολεκτικά «γιορτή» όταν επιτραπεί στο διάλειμμα «να πάρουν τις μπάλες», ενώ η εξωσχολική ποδοσφαιρική δραστηριότητα βρίσκεται στην κορυφή των προτιμήσεων σε ό,τι αφορά τα αγόρια. Ίσως θα χρειαζόταν να γραφτεί ολόκληρο μελέτημα για τη σχέση των μαθητών με το ποδόσφαιρο, την τριγωνική σχέση ποδόσφαιρο-παιδιά-γονείς και φυσικά τη σχέση ποδόσφαιρο-παιδιά-γονείς-ομάδα, οι οποίες δυνάμει μπορούν να καθορίσουν επιδόσεις, συμπεριφορές, δυναμική σχέσεων, να μορφοποιήσουν χαρακτήρες είτε με θετικό είτε ενίοτε με αρνητικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, κάθε άθλημα έχει την εποικοδομητική και την ανταγωνιστική του πλευρά, με την άμιλλα πολύ συχνά να υποσκελίζεται από τον ανταγωνισμό, ο οποίος δεν είναι καθόλου ανώδυνος για τα παιδιά.
Συγγνώμη για τη φασαρία αλλά εμείς θα παίξουμε μπάλα!
Αλλά ας μην πάμε μακριά. Ας μείνουμε στην ουσία της ποδοσφαιρικής κοινότητας και μετοχής, στην χαρά του παιχνιδιού αλλά και στη θετική πειθαρχία και στο «χτίσιμο» χαρακτήρα, πτυχές διόλου ασήμαντες στις οποίες η συμβολή του αθλήματος μπορεί να είναι σπουδαία.Αυτό εξάλλου είναι και το εννοιολογικό πρόταγμα στο πρωτότυπο βιβλίο για παιδιά που γράφει ο Βασίλης Κωστάκης, συνεπικουρούμενος από την ομάδα AnotherFootball, με τον τίτλο Συγγνώμη για τη φασαρία αλλά εμείς θα παίξουμε μπάλα!, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.
«Στη μεγάλη πόλη που δεν κοιμάται ποτέ», στην πόλη «που χρειάζεται μια ιστορία για να κοιμηθεί... μπας και ξυπνήσει», ζει ένα αγόρι, ο Μπένο, που έχει για παρέα του μια μικρή κουκουβάγια, την Αντιγόνη. Η Αντιγόνη συνομιλεί με τον Μπένο, τον ακολουθεί στις αστικές περιπλανήσεις του, είναι αυτή με την οποία μοιράζεται τις σκέψεις του. Ο Μπένο λατρεύει να παίζει μπάλα. Η Αντιγόνη, ως χαριτωμένη και στοχαστική κουκουβάγια είναι ο χρήσιμος συνομιλητής, αυτή που φέρει στοιχεία από τη σκέψη του συγγραφέα.
Ο Κωστάκης παρουσιάζει τους δύο βασικούς χαρακτήρες, να περιπλανιούνται στη μεγάλη πόλη. Άραγε πότε μπορεί να νιώσει κανείς χαρούμενος στην πόλη; Όταν συνεχώς αγοράζει καινούρια πράγματα ή όταν έχει την ευκαιρία να παίξει; Και αν το έξυπνο τηλέφωνο που έχει ο Μπένο δείχνει την πιο γρήγορη διαδρομή για το γήπεδο, σημαίνει ότι δείχνει και την πιο όμορφη διαδρομή; Οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες ποδοσφαίρου συγκινούν το ίδιο όσο το πραγματικό παιχνίδι; Και οι φίλοι; Μπορούν οι ψηφιακοί συμπαίκτες να υποκαταστήσουν τους πραγματικούς;
Δύο σύγχρονοι flâneur
Ο συγγραφέας αναθέτει στον Μπένο και στην Αντιγόνη το ρόλο του σύγχρονου flâneur. Η αστική τους πεζοπορία δεν είναι απλώς μια περιπλάνηση στο χώρο, αλλά είναι και μια διαδικασία σύνθεσης σκέψης και δράσης όπου το ποδόσφαιρο αποτελεί τον τρόπο κοινωνικοποίησης, διεπαφής, ανάληψης ατομικής και συλλογικής ευθύνης, έναν επαναστατικό τρόπο για να δημιουργηθεί κοινότητα. Ο Κωστάκης γράφει ότι «το ομορφότερο γκολ είναι η πάσα», δηλαδή η ενεργητική απεύθυνση στον συμπαίκτη, στον «άλλο». Ο Μπένο φοβάται μην κάνει λάθος, αλλά πώς μπορείς να κλωτσήσεις την μπάλα με την πεποίθηση του αλάνθαστου;
Κάθε παιδί να μπορεί να παίζει χωρίς να ενδιαφέρεται για τις διαφορές αλλά για εκείνα που το ενώνουν με τους συμπαίκτες του. Το χρώμα του δέρματος, το φύλο, η φυλή, η σωματική διάπλαση λίγο ενδιαφέρουν.
Ο συγγραφέας, μέσα από το διάλογο της Αντιγόνης και του Μπένο, αποφλοιώνει το ποδόσφαιρο από τα επίκτητα «καταναλωτικά» χαρακτηριστικά του και αναδεικνύει την ουσία του: Να παίζει κάποιος για την παρέα, για την χαρά του παιχνιδιού και όχι για τα κύπελλα, τα μετάλλια ή για τη φήμη. Κάθε παιδί να μπορεί να παίζει χωρίς να ενδιαφέρεται για τις διαφορές αλλά για εκείνα που το ενώνουν με τους συμπαίκτες του. Το χρώμα του δέρματος, το φύλο, η φυλή, η σωματική διάπλαση λίγο ενδιαφέρουν. Το ζήτημα είναι η χαρά του παιχνιδιού, η ομαδικότητα, η συνεργασία, η αποδοχή του λάθους και η προσπάθεια για το καλύτερο, όχι προς όφελος ατομικό, αλλά για την ομάδα. Το γκολ, η ύψιστη στιγμή σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, δεν είναι το αποτέλεσμα της ατομικής επίδοσης. Όπως αποφαίνεται ο συγγραφέας μέσα από τον raisonneur του, την κουκουβάγια (δηλαδή τον αφηγηματικό-δραματουργικό ρόλο που εκφράζει τη σκέψη του συγγραφέα), το γκολ και κατά συνεπαγωγή μια νίκη, «γεννιέται από τις προσπάθειες των πολλών». Για αυτό εξάλλου έχει νόημα και η ομαδική αγκαλιά μετά το σκοράρισμα.
![]() |
Ένας κοινός στόχος
Βαθμιαία, ο μικρός Μπένο ανοίγεται σε ένα νέο πεδίο δυνατοτήτων. Ποδοσφαιρικών αλλά και κοινωνικών. Εξάλλου ένα γκολ δεν είναι άραγε και η τελική έκφραση μιας προσπάθειας που περιλαμβάνει ακόμα και εκείνους που συντηρούν το χόρτο στο γήπεδο, αλλά και αυτούς που παρακολουθούν στην κερκίδα; Σελίδα τη σελίδα ο Μπένο και η Αντιγόνη εισέρχονται όλο και πιο βαθειά στην ουσία της συλλογικής προσπάθειας και του κοινού στόχου. Ζητήματα που αφορούν το άδικο και το δίκαιο σε έναν αγώνα, τι είναι αληθινό και τι επίπλαστο, γιατί φοβάται κανείς να παίξει και άρα να εκτεθεί, τι ορίζει το άσχημο και το όμορφο, αλλά και πώς μπορεί ολόκληρη η κοινότητα να συστρατευθεί σε έναν κοινό στόχο, εμπλουτίζουν τη σημασιολογική δυναμική της ιστορίας.
Το βιβλίο προσεγγίζει το ποδόσφαιρο ολιστικά και ουσιαστικά. Ως κοινωνικό πυκνωτή και πεδίο πολιτισμικών, κοινωνικών, χωρικών δυνατοτήτων και εκφράσεων.
Η σκληρόδετη, κομψή, πολυσέλιδη έκδοση εμπλουτίζεται περαιτέρω με την εικονογράφηση της Μερσέ Ταρές. Η Ταρές παραλαμβάνει τον λιτό, διεισδυτικό λόγο του συγγραφέα και της υπόλοιπης ομάδας και τον μεταβάλλει σε πολυτοπική οπτική αφήγηση. Δουλεύει έξυπνα τις φιγούρες του Μπένο και της Αντιγόνης, ενώ ακολούθως συνθέτει όψεις του αστικού τοπίου, των αστικών δράσεων αλλά και του ποδοσφαιρικού διαβήματος επιστρατεύοντας ποικίλες τεχνικές και προοπτικές.
![]() |
|
Σχέδιο της Μερσέ Ταρές από το βιβλίο. |
Το βιβλίο προσεγγίζει το ποδόσφαιρο ολιστικά και ουσιαστικά. Ως κοινωνικό πυκνωτή και πεδίο πολιτισμικών, κοινωνικών, χωρικών δυνατοτήτων και εκφράσεων. Αποτελεί πολύ ενδιαφέρουσα αναγνωστική πρόταση (με έμφαση στις ηλικίες 9-12 ετών), αλλά και δραματουργική ύλη η οποία αξίζει να αναδειχθεί στη σκηνή. Η ολιστική ματιά για την άθληση και την ομαδικότητα και κυρίως η στόχευση σε μια κοινωνία των πολιτών μέσα από το ποδόσφαιρο, την προσπάθεια και τη συνεργασία θέτει ένα πλαίσιο όπου το παιδαγωγικό ζητούμενο είναι παρόν και επιδραστικό.
Σε μια περίοδο όπου το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό γεγονός των τελευταίων τεσσάρων χρόνων, το Μουντιάλ του 2026, επίκειται να ξεκινήσει, η ιστορία του Μπένο μάς κάνει να δούμε το ποδόσφαιρο αλλιώς. Όχι σαν παρέλαση αστέρων και χορό εκατομμυρίων, αλλά ως την πλουραλιστική αθλητική έκφραση εντός της οποίας η νίκη δεν είναι μια στιγμιαία επιτέλεση και ένας ξέφρενος πανηγυρισμός αλλά μια εξακολουθητική και συμπεριληπτική συνθήκη.
*Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΑΠΤΟΥ είναι διδάκτωρ ΕΜΠ, θεατρολόγος-εκπαιδευτικός, κριτικός θεάτρου και παραστατικών τεχνών, κριτικός βιβλίου.
Λίγα λόγια για τους δημιουργούς
Ο Βασίλης Κωστάκης είναι Καθηγητής Τεχνολογικής Διακυβέρνησης και Βιωσιμότητας στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Τάλιν και επισκέπτης ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Είναι επίσης ιδρυτής του ερευνητικού κέντρου P2P Lab με έδρα τα Ιωάννινα. Αλλά πάνω από όλα παίζει ποδόσφαιρο από μικρός, κυρίως σε αλάνες.

Πιστεύει ότι το ομορφότερο γκολ μπορεί να είναι μια πάσα. Και ότι το παιχνίδι δεν τελειώνει ποτέ· συνεχίζεται στις γειτονιές, στα σχολεία, στις καρδιές μας.
Η Mercè M. Tarrés (γεν. 1975) είναι Καταλανή εικονογράφος, σχεδιάστρια και καθηγήτρια ζωγραφικής.
Έχει εικονογραφήσει παιδικά βιβλία, web projects, οπτικοακουστικά έργα. Συνεργάζεται τακτικά με καταλανικά έντυπα και πολιτιστικούς χώρους.























