kota-pou-oneirevotan-380

Για το παραμύθι «Η κότα που ονειρευόταν να πετάξει» (μτφρ. Αναστασία Καλλιόντζη) της Sun-Mi-Hwang (εκδ. Διόπτρα). 

Της Σίσσυς Τσιφλίδου

Στην παιδική λογοτεχνία είναι κοινός τόπος η χρήση ανθρωποποιημένων ζώων στη θέση των χαρακτήρων ενός έργου που θέλει να μιλήσει στα παιδιά με έναν αλληγορικό τρόπο για βαθύτερα νοήματα της ζωής, για θέματα που αποτελούν ζητήματα βαθιάς ενασχόλησης του ανθρώπου. Η συγκεκριμένη επιλογή εξυπηρετεί και έναν άλλο στόχο: παίρνοντας τις απαραίτητες αποστάσεις η αυξημένη ρεαλιστική αναπαράσταση μιας μεταμφιεσμένης πραγματικότητας που εγγράφεται σε έναν παραμυθιακό κόσμο καταφέρνει να μην τραυματίσει ένα μικρό παιδί που σε αυτήν την ηλικία ταυτίζεται με τον ήρωα[1]

Σε αυτό το αλληγορικό παραμύθι, σύγχρονο ως προς την εκτενή του αφήγηση αλλά και τη θεματολογία του, έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον να σταθεί κανείς στον αποκαλυπτικό και δελεαστικό θεματικό του τίτλο: «Η κότα που ονειρευόταν να πετάξει».

Εκπλήρωση μιας επιθυμίας 

Ο υποψήφιος αναγνώστης με τη βοήθεια αυτού του λογοτεχνικού μικροκειμένου αντιλαμβάνεται αμέσως ειδολογικά χαρακτηριστικά του αφηγήματος, πρωτίστως ότι πρόκειται για ένα παραμύθι, αφού ο κύριος χαρακτήρας είναι ένα ανθρωπόμορφο ζώο και ότι ένα στοιχείο του πυρήνα περιεχομένου, που προβάλλεται στον τίτλο, αν όχι το κύριο θέμα του έργου, είναι η εκπλήρωση μιας επιθυμίας που μπορεί να εκφράζει μέσω του πετάγματος την απελευθέρωση ή την κατάκτηση του αδύνατου. Ένα πλάσμα, λοιπόν, ονειρεύεται αυτό που η φύση του αδυνατεί να εκπληρώσει.

Στην αρχή της ιστορίας τίποτα δεν δείχνει την κεντρική επιθυμία της κοτούλας Μπουμπουκίτσας, όπως τουλάχιστον ο τίτλος την ορίζει. Αντιθέτως, όλα στρέφονται γύρω από μια φαινομενικά βαθύτερη λαχτάρα. 

Αν κανείς απλώσει το εξώφυλλο του βιβλίου θα διαπιστώσει ότι η εικονογράφησή του στην πλήρη της ανάπτυξη μάς αφηγείται μια ιστορία: σε ένα λιτό φυσικό τοπίο, που ασφαλώς αδυνατεί να προσφέρει τη σιγουριά ενός καταφύγιου για τα πλάσματα που το κατοικούν, μια χήνα στέκεται μπροστά από τα μικρά της προσηλωμένη στην απειλητική εμφάνιση ενός σαρκοφάγου στην άκρη του λόφου. Πίσω της και σε απόσταση ακολουθεί μια κότα που έχει επίσης επικεντρώσει την προσοχή της στον φυσικό εχθρό. Στην αντίθετη κατεύθυνση διακρίνεται μια φάρμα κι ένας φράχτης, ενώ τα δέντρα διάσπαρτα σηματοδοτούν την ελπιδοφόρο παρουσία τους με το ελάχιστο αλλά πολύχρωμο φύλλωμα που δίνει μια νότα αισιοδοξίας στο ασπρόμαυρο τοπίο.

Στην αρχή της ιστορίας τίποτα δεν δείχνει την κεντρική επιθυμία της κοτούλας Μπουμπουκίτσας, όπως τουλάχιστον ο τίτλος την ορίζει. Αντιθέτως, όλα στρέφονται γύρω από μια φαινομενικά βαθύτερη λαχτάρα. Η «σκαρταδούρα», όπως αποκαλούν ο αγρότης με τη γυναίκα του την κεντρική ηρωίδα, είναι μια κότα «που οφείλει να μένει στο κοτέτσι και να γεννά αυγά», η οποία, όμως, σταδιακά αρνείται τον ετεροκαθορισμένο προορισμό της. Η άρνηση αυτή υποβάλλεται από την ισχυρή επιθυμία της μητρότητας, έναν βιολογικό προορισμό που ονειρεύεται να εκπληρώσει με οποιοδήποτε κόστος, ως αναφαίρετο φυσικό δικαίωμα της θηλυκής της φύσης. Σε ένα ανώτερο κειμενικό επίπεδο η κοτούλα με το κοκαλιάρικο σώμα και τον μαδημένο από πούπουλα λαιμό της εκφράζει και το αποστερημένο από κάθε παραγωγική ικανότητα εργατικό δυναμικό, αυτό που γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης στο συγκεκριμένο παραγωγικό περιβάλλον της αγροικίας. Σε αυτή, λοιπόν, την οριακή στιγμή οι ιδιοκτήτες της αγροικίας προσβλέπουν στην τελευταία ωφέλιμη χρήση της σφαγής της κοτούλας, ωθώντας την να κάνει το μεγάλο βήμα της εξόδου από τη φυλακή της, να αποδράσει από τη φάρμα «αναζητώντας νόημα ζωής και ελευθερίας». Το κίνητρο επιβίωσής της πλέκεται γύρω από τη βιολογική της ανάγκη:

«Αν δεν μπορώ να γεννήσω ένα αυγό, τότε τι νόημα έχει η ζωή μου»; 

Ένα μυητικό ταξίδι αυτογνωσίας θα ξεκινήσει παράλληλα με έναν αγώνα επιβίωσης στο άγνωστο φυσικό περιβάλλον, με συμμάχους και αντιμάχους, όλα κείνα τα στοιχεία των μαγικών παραμυθιών τα οποία συγκροτούν τις απαραίτητες συγκρούσεις, αυξάνουν τη δράση και προωθούν την πλοκή του έργου. Η υπέρβαση των εμποδίων προάγει την αυτοσυνείδηση της ηρωίδας, την ωριμάζει συναισθηματικά και ψυχικά αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα και την αληθινή ανεπίγνωστη επιθυμία.

Καθώς κλιμακώνεται η απόρριψη και η αναπόφευκτη μοναξιά της, κάποια στιγμή στερείται και τον μοναδικό φίλο της, τον Πρασινοκεφαλόπαπια, όταν αυτός ζευγαρώνει με μια άσπρη πάπια, βιώνει ποικίλα συναισθήματα σε σημείο να παλινδρομεί και στον γυρισμό στη φυλακή της. 

Καθώς κλιμακώνεται η απόρριψη και η αναπόφευκτη μοναξιά της, κάποια στιγμή στερείται και τον μοναδικό φίλο της, τον Πρασινοκεφαλόπαπια, όταν αυτός ζευγαρώνει με μια άσπρη πάπια, βιώνει ποικίλα συναισθήματα σε σημείο να παλινδρομεί και στον γυρισμό στη φυλακή της. Το μοτίβο της ελευθερίας στην πραγμάτωσή του εγείρει και ζητήματα ασφάλειας, σιγουριάς, προστασίας της ευάλωτης ύπαρξης που εντείνονται από τη γέννηση του θετού παιδιού της (η κοτούλα αναλαμβάνει να «γεννήσει» το αυγό μιας πάπιας) και της προκαλούν αντιφατικά συναισθήματα που, όμως, δε διακυβεύουν τη γενναία απόφασή της να διεκδικήσει μια θέση στο όνειρό της.

Σε ένα βαθύτερο επίπεδο ανάγνωσης ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως δεν είναι μόνο η μητρότητα που συνυφαίνεται ως το κεντρικό θέμα στον ιστό της αφήγησης. Σταδιακά και προς το τέλος παρακολουθώντας το «μωρό της» να ανοίγει τα φτερά του για άλλα μέρη η κοτούλα θα συνειδητοποιήσει «ότι βαθιά μέσα της έκρυβε κι άλλη μια ευχή. Και κάτι ακόμη περισσότερο από ευχή· ήταν μια βαθιά λαχτάρα που την κατέκλυζε ολόκληρη». Και αυτή δεν ήταν άλλη από την επιθυμία της να πετάξει!

Περισσότερο θα πρέπει να σταθεί κανείς στους χαρακτήρες του έργου: κεντρικοί ή περιφερειακοί, κύριοι ή υποστηρικτικοί, όλοι τους συμβάλλουν στο να ενδυναμώσουν τον κεντρικό χαρακτήρα. Δύο είναι οι ήρωες που ξεχωρίζουν: στη θέση του βοηθού και με καθαρά υποστηρικτικό ρόλο ο Πρασινοκεφαλόπαπιας ή «Παρατρεχάμενος», μια αγριόπαπια με πληγωμένα φτερά, θύμα της Νυφίτσας, ο οποίος συμβιώνει ως παρίας στην κοινωνία που έχουν συγκροτήσει οι πάπιες στο κοτέτσι. Ίδιος, αλλά και πολύ διαφορετικός, θα δώσει μαθήματα αυτοθυσίας, στήριξης, αποδοχής, αληθινής πατρικής αγάπης, αλλά και πραγματικής φιλίας, αυτής που αποδέχεται το άλλο, αναγνωρίζοντας ότι:

«Εγώ είμαι μια αγριόπαπια που δεν μπορεί να πετάξει κι εσύ είσαι μια σπάνια και μοναδική κότα […] Αυτό είναι όλο κι όλο. Δείχνουμε διαφορετικοί, γι’ αυτό και δεν μπορούμε να καταλάβουμε ακριβώς τι κρύβει ο καθένας μας βαθιά μέσα στην καρδιά του, όμως αγαπάμε ο ένας τον άλλον με τον δικό μας τρόπο. Σε εκτιμώ πολύ».

Ανατρέποντας τα στερεότυπα

Ένας άλλος χαρακτήρας-έκπληξη είναι αυτός του Νυφίτσα. Ο βιολογικός του ρόλος, όταν τελικά αποκαλύπτεται το φύλο του, μας ωθεί στην αλλαγή της θέασης του χαρακτήρα, μας κάνει να σκεφτούμε αλλιώς τον ρόλο του θύτη και του θύματος: το κυνήγι της νυφίτσας εντάσσεται στον κύκλο της ζωής, το σαρκοφάγο έχει πίσω του μωρά που περιμένουν τη σάρκα της κάθε Μπουμπουκίτσας για να γεμίσουν τα στομάχια τους, κι έτσι με έναν παραδειγματικό τρόπο αποδυναμώνεται, αν όχι ανατρέπεται, η στερεοτυπική αναπαράσταση του κακού σαρκοφάγου ζώου που μάχεται το αθώο μικρό και αδύναμο παμφάγο. Η παραδοχή της μονόφθαλμης νυφίτσας που αποκαλύπτει στο τέλος τη θηλυκή μητρική της υπόσταση, μας κάνει να δούμε με συμπάθεια τον αγώνα επιβίωσής της και συμβάλλει στην κατανόηση της τροφικής αλυσίδας στο οικοσύστημα του δάσους.

Η αφήγηση, αν και τριτοπρόσωπη, ουσιαστικά αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα Ελεύθερου Πλάγιου Λόγου, αφού με τη σταθερή επιλογή της εσωτερικής εστίασης φωτίζει αποκλειστικά τα κίνητρα και τις ενδοσκοπήσεις της ηρωίδας Μπουμπουκίτσας στον εσωτερικό της κόσμο.

Το κυρίαρχο μοτίβο είναι τα φτερά. Όσα ζώα διαβιούν εντός της αγροικίας αδυνατούν να πετάξουν είτε γιατί τα φτερά τους έχουν ατροφήσει, όπως οι κότες και οι χήνες, είτε γιατί τα έχει τραυματίσει ο Νυφίτσας...

Ο σκηνικός χώρος δομείται από το ημιπροστατευμένο περιβάλλον της αγροικίας και τον εξωτερικό χώρο, το οικοσύστημα του φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο καλούνται οι ήρωες της ιστορίας, η Μπουμπουκίτσα και ο μικρός Πρασινοκέφαλος, να ενηλικιωθούν δίνοντας μια μάχη με τους φυσικούς και βιολογικούς εχθρούς τους.

Το κυρίαρχο μοτίβο είναι τα φτερά. Όσα ζώα διαβιούν εντός της αγροικίας αδυνατούν να πετάξουν είτε γιατί τα φτερά τους έχουν ατροφήσει, όπως οι κότες και οι χήνες, είτε γιατί τα έχει τραυματίσει ο Νυφίτσας, όπως στην περίπτωση του Πρασινοκεφαλόπαπια, είτε γιατί έχουν κοπεί για να μην μπορούν να πετάξουν, μια πρακτική που δηλώνεται έμμεσα από τα λόγια του αγρότη στη γυναίκα του. Η θετή μητέρα προστατεύει το φυσικό δικαίωμα του παιδιού της και το φυγαδεύει με κάθε κόστος στο εξωτερικό περιβάλλον για να αποτρέψει το κόψιμο των φτερών του από τον αγρότη. Όλες αυτές οι δυσκολίες, όμως, την ωριμάζουν ώστε στο τέλος να αποφανθεί για τον εαυτό της ότι «είχε περάσει μια δύσκολη ζωή, αλλά είχε υπάρξει ευτυχισμένη».

Ανάληψη γενναίων προσωπικών αποφάσεων

Κυρίαρχα θέματα η ετερότητα, η αποδοχή της διαφορετικότητας, η ανάγκη της μητρότητας αλλά πέρα από την εκπλήρωση του βιολογικού σκοπού η αναζήτηση της ταυτότητας που επιτυγχάνεται μέσα από την ανάληψη γενναίων προσωπικών αποφάσεων.

Ο υπονοούμενος αναγνώστης, αυτός δηλαδή που η συγγραφέας έχει στο μυαλό της όταν γράφει το έργο, δηλώνεται και από τα επίπεδα υπαινικτικότητας του έργου, καθώς και από τα θέματα και τα μοτίβα που επιλέγει και που σαφώς υπονοούν ένα παιδικό αλλά και ενήλικο κοινό.

Χαρακτηριστικό σημείο της αφήγησης, όπου φαίνεται η ενδυνάμωση του χαρακτήρα και η απόκτηση ταυτότητας, είναι εκείνο όπου η κοτούλα διεκδικεί το όνομα «Μπουμπουκίτσα» για τον εαυτό της.

Δε θα έλεγε κανείς πως πρόκειται για μια πολιτική αλληγορία[2], χωρίς αυτό να είναι απαγορευτικό για όποιον θα ήθελε να εκλάβει την αφήγηση ως τέτοια, περισσότερο είναι οι κοινωνικά διαλογοποιημένες φωνές του έργου που σταδιακά συγκροτούν τη σφαιρικότητα του κεντρικού χαρακτήρα. Η κοτούλα Μπουμπουκίτσα καλείται μέσα από συνεχείς συγκρούσεις που αναδεικνύει η πλοκή και προωθούν τη δράση να πάρει αποφάσεις και σταδιακά να μεταβεί στην μπαχτινική ετερότητα, δηλαδή στην απόσταση που παίρνει η συνείδησή μας από την εικόνα των άλλων που αρχικά ο καθένας μας ενσωματώνει και εσωτερικεύει και που σταδιακά καθορίζει την αυτοεικόνα του. Χαρακτηριστικό σημείο της αφήγησης, όπου φαίνεται η ενδυνάμωση του χαρακτήρα και η απόκτηση ταυτότητας, είναι εκείνο όπου η κοτούλα διεκδικεί το όνομα «Μπουμπουκίτσα» για τον εαυτό της, αυτό που η ίδια έχει επιλέξει:

«Το μπουμπούκι είναι η αρχή δημιουργίας των λουλουδιών. Αναπνέει, αντιστέκεται στη βροχή και στον άνεμο, μαζεύει το φως του ήλιου και ανθίζει με εκθαμβωτικά λευκά λουλουδάκια! Αν δεν υπήρχαν τα μπουμπούκια, δεν θα υπήρχαν δέντρα. Το μπουμπούκι είναι πολύ ουσιώδες».

Σε αυτό το διηλικιακό παραμύθι μικροί και μεγάλοι αναγνώστες θα εντοπίσουν πολλαπλά νοήματα σε διαφορετικά κειμενικά επίπεδα, από αυτά που ένας έμπειρος αναγνώστης θα αναγνωρίσει όταν συναντήσει το κείμενο με την πολιτιστική του, όχι απαραίτητα και αποκλειστικά αναγνωστική, επάρκεια. Αλλά κι ο μικρός αναγνώστης θα συλλάβει με έναν γόνιμο αναπαραστατικό τρόπο βαθύτερες έννοιες και ανθρώπινους προβληματισμούς.

* Η ΣΙΣΣΥ ΤΣΙΦΛΙΔΟΥ είναι εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και διδάκτωρ ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
 
[1] Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα στην εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή αποτελεί το μυθιστόρημα Η τελευταία μαύρη γάτα του Ευγένιου Τριβιζά.
[2] Το έργο παρουσιάζει σαφείς ομοιότητες με τη Φάρμα των ζώων του Όργουελ. 
 
Sun-Mi Hwang
Μτφρ. Αναστασία Καλλιόντζη
Εκδόσεις Διόπτρα
Σελ. 160, τιμή εκδότη: 13,24
 
 politeia-link
 
 
 
 
 
  
 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Ποιος ήταν τελικά ο κύριος Πάνου;» της Κατερίνας Δημόκα (κριτική) – Ένας Πίτερ Παν για όλη την οικογένεια σε έναν κόσμο που παραπαίει

«Ποιος ήταν τελικά ο κύριος Πάνου;» της Κατερίνας Δημόκα (κριτική) – Ένας Πίτερ Παν για όλη την οικογένεια σε έναν κόσμο που παραπαίει

Για το βιβλίο για παιδιά «Ποιος ήταν τελικά ο κύριος Πάνου;» (εικονογράφηση Αιμιλία Κονταίου, εκδ. Μεταίχμιο) της Κατερίνας Δημόκα. 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μαστροθανάσης

Υπάρχουν παιδικά βιβλία που παρακολουθούν τον κόσμο από το ύψος του παιδιού και άλλ...

«Το τουρνουά αρχίζει» & «Ένα μυστήριο ντέρμπι»: Πηγαίνοντας στο γήπεδο παρέα με τις «Σούπερ Μπασκέτες»

«Το τουρνουά αρχίζει» & «Ένα μυστήριο ντέρμπι»: Πηγαίνοντας στο γήπεδο παρέα με τις «Σούπερ Μπασκέτες»

Για τα βιβλία του Αλμπέρτο Κασαμαγιόρ (Alberto Casamayor) «Το τουρνουά αρχίζει» και «Ένα μυστήριο ντέρμπι» (εικονογράφηση: Palma & Kako, μτφρ. Πετρούλα Γαβριηλίδου, εκδ. Διόπτρα). 

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

...
«Η ζωή δε με τρομάζει» της Μάγια Αγγέλου (κριτική) – Λέξεις και εικόνες ενάντια στον κοινωνικό ρατσισμό

«Η ζωή δε με τρομάζει» της Μάγια Αγγέλου (κριτική) – Λέξεις και εικόνες ενάντια στον κοινωνικό ρατσισμό

Για το βιβλίο της Μάγια Αγγέλου «Η ζωή δε με τρομάζει» (εικονογράφηση: Ζαν-Μισέλ Μπασκιά, μτφρ. Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Πουά). 

Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

Ποιήτρια, πεζογράφος, τραγουδίστρια και ακτ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Τζούλια Ντόναλντσον: «Είμαι το ποντικάκι της ιστορίας, όχι η Γιαγιά Γκρούφαλο»

Τζούλια Ντόναλντσον: «Είμαι το ποντικάκι της ιστορίας, όχι η Γιαγιά Γκρούφαλο»

«Έχουμε τρεις παραμυθάδες στο βιβλίο – όλους εκτός από το γκρούφαλο» είπε στον Guardian η Τζούλια Ντόναλντσον με αφορμή την κυκλοφορία της «Γιαγιάς γκρούφαλο» (μτφρ. Φίλιππος Μανδηλαράς, εκδ. Πατάκη), τελευταίας προσθήκης στην επιτυχημένη σειρά με πάνω από 18,2 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. © Macmillan Children's...

Μικρά μαθήματα από «Το βιβλίο που θα ήθελες να είχαν διαβάσει οι γονείς σου» –  Ένας πολύτιμος χάρτης για υγιείς οικογένειες

Μικρά μαθήματα από «Το βιβλίο που θα ήθελες να είχαν διαβάσει οι γονείς σου» – Ένας πολύτιμος χάρτης για υγιείς οικογένειες

«Το βιβλίο που θα ήθελες να είχαν διαβάσει οι γονείς σου» (μτφρ. Ιωάννα Παπαγεωργίου, εκδ. Διόπτρα) της Φιλίπα Πέρι (Philippa Perry) παρέχει χρήσιμες συμβουλές για το τι σημαίνει να είσαι συνετός και συναισθηματικά ευφυής γονιός. © Magnific 

Ομάδα 018 

...
«Ένας Γίγαντας στο σχολείο» του Ιωάννη Γλωσσόπουλου – Όταν ο εκφοβισμός δηλητηριάζει τη σχολική ζωή: Τι (μπορούν να) κάνουν γονείς και εκπαιδευτικοί

«Ένας Γίγαντας στο σχολείο» του Ιωάννη Γλωσσόπουλου – Όταν ο εκφοβισμός δηλητηριάζει τη σχολική ζωή: Τι (μπορούν να) κάνουν γονείς και εκπαιδευτικοί

Για το εικονογραφημένο παραμυθι «Ένας γίγαντας στο σχολείο» (εκδ. Διόπτρα) του Ιωάννη Γλωσσόπουλου, σε εικονογράφηση Γιάννη Σκουλούδη. Γιατί όλα τα παιδιά δικαιούνται να χαίρονται στο σχολείο.

Γράφει η Ελευθερία Ράπτου

Έφτασε η μέρα της επίσημης έναρξη...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Καλοκαίρι χωρίς οθόνες»: Τρία βιβλία για μεγάλα παιδιά για τις μεγάλες ώρες του Αυγούστου

«Καλοκαίρι χωρίς οθόνες»: Τρία βιβλία για μεγάλα παιδιά για τις μεγάλες ώρες του Αυγούστου

Βιβλία για μεγαλύτερα παιδιά, που θα συνοδεύσουν τις νύχτες του Αυγούστου. «Ποιος ήταν τελικά ο κύριος Πάνου;» (εκδ. Μεταίχμιο) της Κατερίνας Δημόκα, «Κοραλία & Κάσπαρ» (εκδ. Πατάκη) της Άννας Κουππάνου, «Λιβένα», (εκδ. Ίκαρος), του Θοδωρή Παπαϊωάννου.

...
«Ίνκι – Βουτιά στην περιπέτεια» & «Πώς να πάτε το χταπόδι σας στο σχολείο»: Οι φίλοι μας τα χταπόδια σε νέες περιπέτειες

«Ίνκι – Βουτιά στην περιπέτεια» & «Πώς να πάτε το χταπόδι σας στο σχολείο»: Οι φίλοι μας τα χταπόδια σε νέες περιπέτειες

«Ίνκι – Βουτιά στην περιπέτεια» της Αγγελικής Αργυροπούλου (εικονογράφηση: Γεωργία Μαυρομάτη, εκδ. Καστανιώτη) και «Πώς να πάτε το χταπόδι σας στο σχολείο» της Μπέκι Σάρνχοστ (εικονογράφηση: Τζάκλιν Σινκέτ, μτφρ. Αιμιλία Γιασεμή, εκδ. Παπαδόπουλος): δύο βιβλία με πρωταγωνιστές τα χταπόδια και τη ζωή στη θάλασσα.  ...

«Καλοκαίρι χωρίς οθόνες» 2026: Αναγνωστικός οδηγός με 60 βιβλία για βρέφη, νήπια, παιδιά και εφήβους

«Καλοκαίρι χωρίς οθόνες» 2026: Αναγνωστικός οδηγός με 60 βιβλία για βρέφη, νήπια, παιδιά και εφήβους

«Καλοκαίρι χωρίς οθόνες», και φέτος. Όπως κάθε καλοκαίρι, προτείνουμε βιβλία για παιδιά από μηνών μέχρι 12 ετών ενώ προσθέτουμε βιβλία για εφήβους, όλα επιλεγμένα από τη βιβλιοπαραγωγή του 2026. Λίγες σκέψεις και πολλά βιβλία για ένα ανέμελο αναγνωστικό καλοκαίρι των παιδιών.

Επι...

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ