
«Με ενδιαφέρει η απεικόνιση της ζωής, της ζωής εκείνων των δευτερευόντων χαρακτήρων που δεν τα παρατάνε και που ξέρουν ότι τα πράγματα είναι δύσκολα, κάθε ημέρα, αλλά ότι ακόμη και εκείνες τις ημέρες υπάρχουν αναλαμπές ομορφιάς» μας είπε μεταξύ άλλων η Μαρία Χοσέ Φεράδα (María José Ferrada) για το μυθιστόρημά της «Ο άνθρωπος στην πινακίδα» (μτφρ. Χριστίνα Φιλήμονος, εκδ. Carnivora). ©Rodrigo Marin
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Η Μαρία Χοσέ Φεράδα είναι έμπειρη συγγραφέας παιδικών βιβλίων από τη Χιλή. Στο μυθιστόρημά της για εφήβους Ο άνθρωπος στην πινακίδα (μτφρ. Χριστίνα Φιλήμονος, εκδ. Carnivora) εμφανίζεται ο Ραμόν, ένας εκκεντρικός εργαζόμενος που αποφασίζει να δουλέψει από το σπίτι του με τον πιο παράξενο τρόπο: μετακομίζει στη γιγάντια διαφημιστική πινακίδα της Κόκα Κόλα την οποία πρέπει να φυλάει.
Η απόφασή του τραβά το ενδιαφέρον των ανθρώπων της γειτονιάς και πιο πολύ, του μικρού Μιγκέλ, του αφηγητή του μυθιστορήματος. Το παιδικό του βλέμμα φωτίζει όσα εκτυλίσσονται στο μυθιστόρημα το οποίο, προς το τέλος, μοιάζει να παίρνει μια σκοτεινή τροπή, με το διαφορετικό να περιθωριοποιείται και να κυνηγιέται.
Η Μαρία Χοσέ Φεράδα απάντησε στις ερωτήσεις μας για τις θεματικές του βιβλίου της και την πολιτική διάσταση της ιστορίας της, τον τρόπο που ένας ενήλικας συγγραφέας μπορεί να γράψει με αφηγητή ένα παιδί, τις επιρροές της ενώ μας εξήγησε γιατί την ενδιαφέρει η ανάδειξη των «μικρών» ανθρώπων, των δευτερευόντων χαρακτήρων.
Πώς ξεκινήσατε να γράφετε την ιστορία σας; Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα;
Ο άνθρωπος στην πινακίδα έχει δύο πρωταγωνιστές. Από τη μία, τον Ραμόν, τον άντρα που, κουρασμένος από τα πάντα, αποφασίζει να ζήσει σε μια πινακίδα της Κόκα Κόλα, και από την άλλη, τον Μιγκέλ, τον ανιψιό του, ένα αγόρι που παρατηρεί και αφηγείται τι συμβαίνει στην οικογένειά του και με τους γείτονες, έπειτα από αυτή την παράξενη μετακόμιση. Διάβασα μια πραγματική είδηση για έναν άντρα που ζούσε σε μια πινακίδα -ένα είδος ερειπωμένου ερημητηρίου- και μετά θέλησα να φανταστώ τι θα σκέφτονταν τα παιδιά που το έβλεπαν αυτό από τα παράθυρά τους. Την πιθανότητα τα παιδιά της γειτονιάς -σε αντίθεση με τους ενήλικες, που σίγουρα σκέφτηκαν αμέσως: «είναι τρελός»- να ζήλευαν αυτό το σπίτι στον αέρα. Επίσης, ίσως να θαύμαζαν τον άντρα με τον δικό τους τρόπο: την ευκαιρία του να είναι πιο κοντά στα αστέρια, μακριά από τον θόρυβο, και πάνω απ' όλα, την ελευθερία του, που τόσο συχνά καταπιέζεται στην Ιστορία, να επιλέγει πώς να ζει.
Λόγω της δουλειάς μου ως συγγραφέα παιδικών βιβλίων, έρχομαι πολύ συχνά σε επαφή με τα παιδιά, και βλέπω ότι η παιδική ηλικία είναι μια εποχή που αυτή η ελευθερία βρίσκεται υπό διαρκή αμφισβήτηση. Το παιδί θέλει να τη διατηρήσει, αλλά ο ενήλικας βλέπει ότι αυτό είναι αδύνατο, παρόλο που, ως ενήλικας, χάνοντάς τη -ή παραδίδοντάς τη πολύ εύκολα σε άλλους-, έχει θυσιάσει μεγάλο μέρος της αίσθησης του εαυτού του. Ήθελα να μιλήσω για τις συνέπειες αυτής της ελευθερίας και τις μορφές που παίρνουν.
Ο μικρός Μιγκέλ, ο αφηγητής του μυθιστορήματός σας, επισκέπτεται τον Ραμόν στο παράξενο, νέο του σπίτι. Έχετε γράψει αρκετά βιβλία για παιδιά στο παρελθόν. Η ιστορία παρουσιάζεται από την οπτική γωνία ενός παιδιού. Ποιες είναι οι παγίδες στις οποίες θα μπορούσε να πέσει ένας συγγραφέας όταν παρουσιάζει τη φωνή ενός παιδιού (ή ενός εφήβου);
Με ενδιέφερε τι θα σκεφτόταν ένα παιδί για τον άντρα στην πινακίδα. Ο κόσμος των ενηλίκων προσπαθεί να εξημερώσει τα παιδιά και να τα κάνει «λειτουργικά». Υπάρχουν όμως περιπτώσεις -όπως αυτή του Ραμόν- που η εξημέρωση δεν πραγματοποιείται ακριβώς...
Ένα πραγματικό παιδί δεν κάνει μεγάλες φιλοσοφικές ερμηνείες για τα πράγματα. Δεν έχει τις λέξεις, ούτε το ενδιαφέρον.
Όσον αφορά την κατασκευή της παιδικής φωνής, υπάρχουν θέματα σχετικά με τη μορφή, αλλά και την ουσία της. Τα παιδιά είναι συνήθως πιο συγκεκριμένα -γνωρίζουν και εκτιμούν τον κόσμο και τη γλώσσα του αφηρημένου μόνο καθώς μεγαλώνουν- και ίσως εξαιτίας αυτού, έχουν μια αντίληψη του χρόνου που μου φαίνεται διαφορετική. Το μέλλον -αυτός ο αφηρημένος τόπος- δεν φαίνεται να τα νοιάζει πολύ, και το παρελθόν, εκτός από το ότι είναι σύντομο, φαίνεται και σαν μια μακρινή εποχή. Από την άλλη πλευρά, τα παιδιά αφηγητές δεν έχουν το πλαίσιο που έχει ο αναγνώστης, οπότε πλοηγούνται στην ιστορία κάπως διστακτικά. Ένα πραγματικό παιδί δεν κάνει μεγάλες φιλοσοφικές ερμηνείες για τα πράγματα. Δεν έχει τις λέξεις, ούτε το ενδιαφέρον. Έτσι, αν κατασκευάζεις τη φωνή ενός παιδιού, νομίζω ότι πρέπει να τα λάβεις όλα αυτά υπόψη.
Πολλοί άνθρωποι θεωρούν τον Ραμόν τρελό εξαιτίας της απόφασής του. Στο τέλος, οι κάτοικοι της περιοχής ενώνουν τις δυνάμεις τους, σχηματίζουν μια μάζα και κάπου εκεί παρατηρείται το ξέσπασμα της βίας. Είναι η διαφορετικότητα, και οι συνέπειές της, ένα από τα κύρια θέματα του μυθιστορήματός σας; Ποια είναι τα υπόλοιπα;
Νομίζω ότι ένα από τα θέματα του μυθιστορήματος είναι η τάση μας να πιστεύουμε ότι όλοι πρέπει να ζουν σύμφωνα με κάποιους κανόνες, που φυσικά είναι οι δικοί μας κανόνες. Δεν μας αρέσει να πιστεύουμε ότι αυτοί οι κανόνες, όταν επιβάλλονται στους ανθρώπους, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη συγκυρίες και ιδιαιτερότητες, μπορούν να προκαλέσουν πόνο. Νομίζω ότι όλοι έτσι φερόμαστε, ως έναν βαθμό.
Έτσι προκύπτει μια μορφή βίας που δικαιολογείται από ένα φαινομενικά ορθό αφήγημα.
Με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα άτομα που καταφεύγουν στη βία στο όνομα κάποιου καλού σκοπού, αλλά και τα άτομα που κρύβονται πίσω από την ομάδα. Έτσι προκύπτει μια μορφή βίας που δικαιολογείται από ένα φαινομενικά ορθό αφήγημα. Είναι μια βία που βρίσκεται παντού, ολοένα και πιο κανονικοποιημένη και ενσωματωμένη στη γλώσσα και τις πράξεις μας. Πιστεύω ότι αν θέλουμε να ζήσουμε ειρηνικά, παιδιά, νέοι και ενήλικες πρέπει να μάθουμε να ανιχνεύουμε τις ανεπαίσθητες μορφές που παίρνει αυτή η βία, όχι στους άλλους, αλλά και σε εμάς τους ίδιους.
Το μήνυμα «Open happiness» («Άνοιξε την ευτυχία»), που υπόσχεται η Κόκα Κόλα, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον σκληρό κόσμο που υπάρχει στο βιβλίο. Στο έργο σας υπάρχουν αναφορές στο καθεστώς του Πινοσέτ, στον καταναλωτισμό, στην ταξική ανισότητα. Φαίνεται ότι το μυθιστόρημά σας είναι ένα πολιτικό έργο τέχνης. Ποια είναι η σχέση μεταξύ πολιτικής και λογοτεχνίας; Συμφωνείτε με την ιδέα ότι κάθε έργο τέχνης είναι εξ ορισμού πολιτικό; Ακόμη και η παιδική λογοτεχνία, ίσως;
Η τέχνη χρειάζεται απόλυτη ελευθερία για να υπάρξει. Επομένως, ποτέ δεν θα έλεγα σε έναν άλλον καλλιτέχνη πώς οφείλει να είναι η τέχνη του. Δεδομένου αυτού, με ενδιαφέρει η απεικόνιση της ζωής, της ζωής εκείνων των δευτερευόντων χαρακτήρων που δεν τα παρατάνε και που ξέρουν ότι τα πράγματα είναι δύσκολα, κάθε ημέρα, αλλά ότι ακόμη και εκείνες τις ημέρες υπάρχουν αναλαμπές ομορφιάς. Η ομορφιά που εμφανίζεται στα πιο απίθανα μέρη και παρά τις δυσκολίες, αυτή με ενδιαφέρει. Στο μυθιστόρημα υπάρχει ένας χαρακτήρας που ονομάζεται Παουλίνα και εργάζεται σε ένα σούπερ μάρκετ και προσπαθεί να βρει την αρμονία στον τρόπο που τακτοποιεί τα μπουκάλια των σαμπουάν. Αυτή η αναζήτηση νοήματος έχει να κάνει με τη διατήρηση ενός μέρους του εαυτού σου, ενός εσωτερικού μέρους, που δεν θα καταπατηθεί από κανένα σύστημα. Με ενδιαφέρει επίσης να είμαι σε εγρήγορση για τις απροσδόκητες μορφές που παίρνει η εξουσία. Η τέχνη έχει τη δυνατότητα να μας θυμίζει πως υπάρχει αυτή η πιθανότητα συνεχώς.
Γιατί όταν ασχολείσαι με τη λογοτεχνία, σε αντίθεση με τη γλώσσα των ειδήσεων, για παράδειγμα, τείνεις να συνδέεις αυτό που λαμβάνεις με τη δική σου εμπειρία.
Και όσον αφορά την παιδική λογοτεχνία -μιλώντας ξανά από τη δική μου εμπειρία και όχι με όρους του τι πρέπει ή δεν πρέπει να είναι η τέχνη- πιστεύω ότι η λογοτεχνία μπορεί πράγματι να βοηθήσει τα παιδιά να αναλογιστούν καταστάσεις πολιτικής βίας, όπως μια δικτατορία ή μια αναγκαστική μετανάστευση. Γιατί όταν ασχολείσαι με τη λογοτεχνία, σε αντίθεση με τη γλώσσα των ειδήσεων, για παράδειγμα, τείνεις να συνδέεις αυτό που λαμβάνεις με τη δική σου εμπειρία. Το άλλο άτομο δεν είναι πλέον ένα στατιστικό στοιχείο, αλλά ένα παιδί όπως εσύ, και τότε σίγουρα θα θέλεις αυτό το άλλο άτομο να έχει μια καλή και δίκαιη ζωή. Πιστεύω ότι πράγματα τόσο σημαντικά όσο το αίσθημα δικαιοσύνης ή η ενσυναίσθηση χτίζονται στην παιδική ηλικία και, φυσικά, τα βιβλία και άλλες μορφές τέχνης μπορούν να βοηθήσουν ως προς αυτό.
Ποιες είναι οι επιρροές σας, οι συγγραφείς που σας διαμόρφωσαν; Είναι κυρίως συγγραφείς από τη Χιλή, από το κίνημα του Latin American Boom ή προέρχονται επίσης από τη Δύση;
Τα αναγνωστικά μου γούστα είναι ένα μείγμα γεωγραφικής και χρονικής αταξίας. Ιάπωνες συγγραφείς: Γιασουνάρι Καβαμπάτα. Ευρωπαίοι συγγραφείς: Έμιλι Ντίκινσον, Πέτερ Χάντκε. Λατινοαμερικανοί ποιητές: ο Χιλιανός Χόρχε Τέγιερ και η Ουρουγουανή Μαρόσα ντι Τζόρτζιο. Και φυσικά, πολλοί συγγραφείς παιδικών βιβλίων (οι οποίοι περισσότερο από μια γεωγραφική περιοχή, κατοικούν έναν χρόνο): Μπέατριξ Πότερ, Μορίς Σέντακ, Άρνολντ Λόμπελ, Τουν Τελέγκεν.
* Ο ΣΟΛΩΝ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Μαρία Χοσέ Φεράδα (Τεμούκο, Χιλή, 1977) είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας λογοτεχνικών έργων για παιδιά και εφήβους. Τα βιβλία της έχουν εκδοθεί σε πολλές χώρες και έχουν μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες.
![]() |
|
Η Μαρία Χοσέ Φεράδα, © Rodrigo Marin |
Το έργο της εκτείνεται από την ομορφιά των καθημερινών πραγμάτων μέχρι τα σημάδια που αφήνουν στην παιδική ηλικία οι δικτατορίες και οι τραυματικές συνθήκες μετανάστευσης. Ο ποιητικός λόγος που χρησιμοποιεί η συγγραφέας για να φωτίσει επώδυνες ιστορικές στιγμές τής επιτρέπει ταυτόχρονα να υμνεί την ομορφιά του κόσμου.
Έχει τιμηθεί με σημαντικές διακρίσεις για το έργο της, όπως το Βραβείο SM για Παιδική και Νεανική Λογοτεχνία και το New Horizons Bologna Ragazzi Award, ενώ ήταν τρεις φορές υποψήφια για το Astrid Lindgren Memorial Award. Βρίσκεται επίσης στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν 2026.




















