
Για το βιβλίο των Βασίλη Πανόπουλου και Ζοζεφίνας Τζονάκα «Όρνιθες: Θεατρική διασκευή για ανήλικους θεατές» (σκίτσα: Ίριδα Φουστέρη, μουσική: Β. Πανόπουλος, εκδ. Αρμός). Κεντρική εικόνα: Από τις «Ιστορίες του παππού Αριστοφάνη», του Δημήτρη Ποταμίτη (θέατρο Έρευνας, 1978).
Γράφει ο Γιάννης Σ. Παπαδάτος
Είναι γνωστό ότι αρκετές κωμωδίες του Αριστοφάνη έχουν διασκευαστεί για παιδιά. Ενδεικτικά αναφέρω τις διασκευές της Σοφίας Ζαραμπούκα και τις Ιστορίες του παππού Αριστοφάνη του Δημήτρη Ποταμίτη, οι οποίες αξιοποιήθηκαν δημιουργικά σε παραστάσεις πολλών σχολείων, ήδη από τη δεκαετία του 1970. Το θέατρο, γενικά, λειτουργούσε στο πλαίσιο των εθνικών γιορτών και της λήξης του σχολικού έτους σε μια υποτυπώδη κατάσταση, με εξαίρεση κάποιους/κάποιες εκπαιδευτικούς που αναζητούσαν κάτι ουσιαστικότερο.
Από τότε, βέβαια, που έχουν διοριστεί στα σχολεία θεατρολόγοι, η εικόνα έχει αλλάξει προς το καλύτερο. Ωστόσο, πιστεύω ότι στην κατηγορία των διασκευών θεατρικών έργων για παιδιά και ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση των αριστοφανικών κωμωδιών, η τομή πραγματοποιήθηκε το 2018 και το 2021 με τις διασκευές των Βασίλη Πανόπουλου και Ζοζεφίνας Τζονάκα των κωμωδιών Πλούτος και Αχαρνείς, που συνεχίστηκε πρόσφατα με τους Όρνιθες.
Χρησιμοποιήθηκαν εκείνες οι διασκευαστικές τεχνικές οι οποίες αφενός σέβονται το πρωτότυπο και αφετέρου το παρουσιάζουν με μια σύγχρονη μορφή κατάλληλη για το νεανικό κοινό. Οι συγκεκριμένοι συγγραφείς έχουν ασχοληθεί συστηματικά με το θέατρο και τη μουσική κι έχουν μεγάλη πείρα σε σχολικές θεατρικές παραστάσεις.
Όρνιθες: εισαγωγικά κείμενα
Θεωρώ απαραίτητο πριν από το κείμενο της διασκευής, να αναφερθώ συνοπτικά στα εισαγωγικά κείμενα του βιβλίου. Σε μια διασκευή είναι απαραίτητο να παρουσιαστεί και η μέθοδος που ακολουθήθηκε, η οποία, στην περίπτωσή μας, παρατίθεται αναλυτικά όπως και το ύφος και ο στόχος των τραγουδιών. Οι σχετικές παρτιτούρες υπάρχουν στο τελευταίο μέρος του βιβλίου. Τα τραγούδια με τη μουσική του Πανόπουλου βρίσκονται στην ιστοσελίδα του.
Οι Όρνιθες, κωμωδία που έδωσε στον Αριστοφάνη το δεύτερο βραβείο στα Μεγάλα Διονύσια του 414, διδάχτηκε ενώ μαινόταν η Σικελική εκστρατεία (415-413 π.Χ.). Οι συγγραφείς αρχικά αναφέρονται στη γνωστή υπόθεση με τους δυο Αθηναίους, τον Πεισθέτερο και τον Ευελπίδη, οι οποίοι απογοητευμένοι από τη διαφθορά, τη δικομανία και την εξουσιομανία αναζητούν μια ιδανική πόλη. Φτάνοντας στον τόπο που ζουν τα πουλιά και με τη συμμετοχή του Τσαλαπετεινού, που παλιά ήταν άνθρωπος (Τηρέας) και μετά από σχετικές διαφωνίες, δέχονται την πρόταση του Πεισθέτερου, η πόλη να ονομαστεί Νεφελοκοκκυγία, αφού προηγουμένως πείθονται τα πουλιά ότι είναι ανώτερα από τους θεούς.
Θα είναι μια πόλη ανάμεσα σε γη και ουρανό που θα εμποδίζει τις θυσίες των ανθρώπων να φτάνουν στους θεούς. Το τείχος χτίζεται και φτάνουν διάφοροι επισκέπτες προκειμένου να αποκομίσουν οφέλη (Ποιητής, Χρησμολόγος, Γεωμέτρης κ.ά.) κι επιπλέον απεσταλμένοι των θεών (Ίριδα, Ποσειδώνας, Ηρακλής, Τριβαλλός) για διαπραγμάτευση. Ο Πεισθέταιρος τους μεν πρώτους μαζί και την Ίριδα τους εκδιώκει σχεδόν βίαια, τους δε δεύτερους τους κρατά κι επιδιώκει συνεννόηση με τους θεούς. Ύστερα δε από διαπραγματεύσεις και με τις συμβουλές του Προμηθέα, παντρεύεται τη Βασίλεια, βοηθό του Δία, αποκτώντας με αυτόν τον τρόπο απόλυτη εξουσία. Οι δύο Αθηναίοι, δηλαδή, ξεκινούν για την ανακάλυψη μιας ουτοπικά δίκαιης και ελεύθερης κοινωνίας, για να καταλήξουν σε μια παρόμοια με την αθηναϊκή, αφού ο Πεισθέταιρος με την αυταρχική και εκβιαστική συμπεριφορά του υπονομεύει την αρχική τους επιθυμία.
Ανάλυση της αριστοφανικής κωμωδίας
Οι συγγραφείς, στη συνέχεια, προβαίνουν στην ανάλυση της κωμωδίας και στον τρόπο που τη διασκεύασαν, παραπέμποντας σε εξέχοντες μελετητές ξένους και Έλληνες του αριστοφανικού έργου. Υπογραμμίζουν ότι η συγκεκριμένη κωμωδία αποτελεί «αντιπροσωπευτικό δείγμα λογοτεχνικής ουτοπίας, κείμενο υψηλής ποιητικής εποπτείας στον χώρο της ανατροπής της φυσικής τάξης των πραγμάτων» (σελ. 72). Εξαιρετικό ενδιαφέρον αποκτά ο τρόπος που αντιμετώπισαν τη διασκευή. Με οδηγό τις εκφρασμένες απόψεις για το αριστοφανικό έργο ότι, δηλαδή, αποτελεί και «άριστο μέσο διαπαιδαγώγησης των εφήβων» (σ. 74) που προάγει την κριτική τους σκέψη και την επάρκειά τους ως θεατών/θεατριών της κωμωδίας κι επειδή απευθύνεται και σε μικρότερες ηλικίες, προέβησαν σε διάφορες μετατροπές. Αυτές συνίστανται στη συμπύκνωση του λόγου, κυρίως σε λεπτομέρειες για πρόσωπα και καταστάσεις, στον αποκλεισμό βωμολοχιών, στην απαλοιφή «ακατάλληλων» σκηνών και στην πρόσθεση επινοημένων σκηνών «χωρίς να διαταράσσεται η συνέπεια της κειμενικής δράσης των ηρώων» ούτε «να διακόπτεται η γραμμική εξέλιξη του έργου […] με όλα τα χαρακτηριστικά της αττικής κωμωδίας (σσ. 75-76).
Ο τρόπος που διασκευάστηκε η συγκεκριμένη κωμωδία, αποτελεί συνάμα και πρόταση για την ανάλογη αντιμετώπιση του αρχαίου θεάτρου για παιδιά και εφήβους.
Επίσης, οι συγγραφείς αναφέρονται σε ζητήματα γλώσσας, ύφους, πρόσληψης του λόγου, αναχρονισμών, νεολογισμών καθώς και στις διασκευαστικές τεχνικές μετασχηματισμού που ακολούθησαν (αφαίρεσης, πρόσθεσης, αντικατάστασης, επιλογής και διάκρισης). Ειδικότερα, χρησιμοποιήθηκαν λέξεις και φράσεις με παρωδιακή διάθεση προκειμένου «οι θεατές να αποκτήσουν την αίσθηση του πρωτότυπου» (σ. 77), παρουσιάζοντας και παραδείγματα (σ. 78-79). Αναρωτιούνται δε: «Άρα γε πώς εισέπραξαν οι θεατές όλα αυτά τα γεγονότα», που έβλεπαν τον Πεισθέταιρο να μεταμορφώνεται σταδιακά σε τύραννο;», από «απράγμων» σε «πολυπράγμονα», μεταφέροντας τις απόψεις του Zimmermann ότι, δηλαδή, ο Πεισθέταιρος υπέπεσε σε «ύβρι», διότι επεδίωξε να γίνει όμοιος με τον Δία, αλλά και νυμφεύτηκε μια θεά (σελ. 65, 69). Εκείνος, που στην ουσία ενώ δεν άντεχε την Αθήνα είναι «Αθηναίος στη νιοστή» (σ. 23)!
Ο τρόπος που διασκευάστηκε η συγκεκριμένη κωμωδία, αποτελεί συνάμα και πρόταση για την ανάλογη αντιμετώπιση του αρχαίου θεάτρου για παιδιά και εφήβους. Στηριγμένοι σε μελετητές του αριστοφανικού έργου, οι συγγραφείς παραθέτουν, με επιστημονικό τρόπο, εισαγωγικά κείμενα που έχουν ευχάριστη μορφή, με τίτλους όπως: «Δεν έχω τόπο δεν έχω ελπίδα», «Και του πουλιού το γάλα», «Ε, ρε γλέντια», «Τα χρώματα της Ίριδος», «Ornithomania. Oh yes!» κ.ά.
Η διασκευή
Οι συγγραφείς ευθυγραμμίστηκαν απόλυτα με τη ρήση ενός από τους σημαντικότερους μεταφραστές του αριστοφανικού έργου, του Θρ. Σταύρου: «Δεν ξεπερνώ κάποιο όριο. Λέω κάτι που δεν το είπε ο ποιητής, ποτέ όμως κάτι που δεν θα μπορούσε να το πει» (σσ. 82-83). Προκειμένου δε να προσδώσουν μια σύγχρονη μορφή στην κωμωδία, φέρνουν στα μάτια του θεατρικού κοινού εικόνες οι οποίες το ενεργοποιούν. Χρησιμοποιούν με γόνιμο τρόπο κυρίως τη διακειμενικότητα, δηλαδή, τη διασταύρωση κειμένων κατά την οποία «προσδιορίζεται το υπαρκτό πλέγμα των σχέσεων που αναπτύσσουν διάφορα κείμενα μεταξύ τους» (Ζερβού, 1997: 165).
Έτσι, πέρα από τη διακειμενικότητα που εντοπίζεται στο πρωτότυπο (π.χ. η Νεφελοκοκκυγία παραπέμπει σε κοσμογονικούς μύθους, στην εικόνα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας κ.ά.) και την κρατούν οι συγγραφείς, παράλληλα, παρουσιάζουν εύστοχες διακειμενικές εικόνες που εμπλουτίζουν την υπόθεση. Ενδεικτικά σημειώνω, από: το δημοτικό τραγούδι και τη λαϊκή παράδοση: «Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες», από το έντεχνο τραγούδι: «Το πλοίο θα σαλπάρει για λιμάνια ξένα», από τη νεοελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία: «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαίς», «ανεμοδαρμένα ύψη», από την εκκλησιαστική παράδοση: «υπέρ των κατοικούντων εν τη πόλει και τη ενορία ταύτη... υπέρ γλάρου, πελεκάνου..., από την ιστορία: το «Allors, s’ est la guerre» του Μεταξά, από τον κινηματογράφο: «Πάνω κάτω και πλαγίως», από την πολιτιστική κίνηση «Μ’ ένα βιβλίο πετάω» κ.ά.
![]() |
|
Οι «Όρνιθες» είναι η τρίτη διασκευή έργου του Αριστοφάνη από τους Βασίλη Πανόπουλο και Ζοζεφίνα Τζονάκα. Έχουν προηγηθεί ο «Πλούτος» και οι «Αχαρνείς» (εκδ. Αρμός). |
Μπορούμε να πούμε ότι διακειμενικές εικόνες αναχρονισμού αποτελούν και παρωδιακές εκφράσεις, όπως το καλάθι της νοικοκυράς, η Μελέτη Περιβάλλοντος των σχολείων, το διαβατήριο των θεών για το FIR των πουλιών, η ελληνική ως πρώτη ξένη γλώσσα, νέα από τα social κ.ά. Εύστοχες διατυπώσεις που δίνουν σύγχρονη πνοή στη διασκευή, θεωρούνται οι, με σκωπτικό ύφος, παραλλαγές λέξεων και οι τυποποιημένες ιδιωματικές εκφράσεις, όπως: GPSτίδης, Ακαθαρτοζούμης, Πτηνόδουλος, σφαλιαροδικία, φαταλουοφαγάνας, πουλιτεία, αεροπουλάνα, generation gap, όπως σε βλέπω και με βλέπεις, τ’ ακούω βερεσέ, καλώς τονε κι ας άργησε, Hi, bro, κ.ά. Οι συγγραφείς, προκειμένου να κάνουν το έργο δημιουργικά προσιτό στα παιδιά, προσθέτουν φράσεις σε επινοημένα στιγμιότυπα. Για παράδειγμα, όταν εμφανίζεται ο γεωμέτρης Μέτωνας αναφέρει ότι τον ξέρουν όλη η Ελλάδα κι ο Κολωνός (Σταύρου, χχ.: 362), προσθέτοντας τη Μύκονο και σύγχρονες κοσμοπολίτικες περιοχές περιοχές της όπως το Paradise και τα Ματογιάννια.
Ο συγγραφέας ανάμεσα στ’ άλλα σχολιάζει το κείμενο, ανατρέπει τον ρόλο του παντογνώστη αφηγητή, απευθύνεται στο κοινό
Σε αρκετά από τα προαναφερόμενα, οι συγγραφείς προβαίνουν σε υποσελίδιες παραπομπές, αποδεικνύοντας και τον τρόπο που δούλεψαν προκειμένου και να διασκεδάσουν το κοινό, αλλά και να του προσφέρουν τρόπους προσωπικής ερμηνείας που είναι και ο βασικός «στόχος» της διακειμενικότητας (βλ. Riffaterre 1990: 57).
Επίσης στη διασκευή αναδύονται μεταμυθοπλαστικά στοιχεία. Παρενθετικά να σημειώσω ότι η μεταμυθοπλασία ενεργοποιεί το αναγνωστικό κοινό, εν προκειμένω το θεατρικό, ώστε να σταθεί αποστασιοποιημένα και κριτικά απέναντι στο κείμενο. Ο συγγραφέας ανάμεσα στ’ άλλα σχολιάζει το κείμενο, ανατρέπει τον ρόλο του παντογνώστη αφηγητή, απευθύνεται στο κοινό (Οικονομίδου, 2000: 78-87). Το προκαλεί, ώστε να προσέξει τις συμβάσεις τις οποίες η μεταμυθοπλασία απογυμνώνει (Waugh, 1984, σ. 4).
Ο Πεισθέτερος και ο Ευελπίδης, απευθυνόμενοι στο θεατρικό κοινό, το προϊδεάζουν αναφερόμενοι και στην αιτία της αναχώρησής τους από την Αθήνα (φόροι, πρόστιμα, δικομανία), παραπέμποντας και σε άλλα έργα του Αριστοφάνη: «Κι αν δεν με πιστεύετε, διαβάστε τι γράφει ο Αριστοφάνης στα βιβλία του. Εκεί να δείτε: Θα φρίξετε!» (σ. 102-103). Ο πρώτος δυσπιστεί για τον Χορό που δεν έχει διαβάσει Αίσωπο (σ. 127). Ακόλουθα ο Χορός απευθύνεται προς τους θεατές καλώντας τους να κοπιάσουν στην ελεύθερη πόλη τους (σ. 133) και αλλού εκθειάζει τον Αριστοφάνη: «Μαζί με τον Αριστοφάνη/ο τολμών νικά δεν χάνει» (σ. 100). Ο Πεισθέτερος σε αρκετά σημεία λειτουργεί αυτοαναφορικά από την πλευρά της συγγραφής και της σκηνοθεσίας του έργου, με το να οργανώνει σκηνές και να απαιτεί ώστε να συμμετάσχουν και άλλα πρόσωπα. Πχ. να ακουστεί η Αηδόνα: «Ξύπνα τη», απαιτεί από τον Τσαλαπετινό (σ. 111) είτε λέει στον Ευελπίδη: «Περίμενε σου λέω! Ετοιμάζεται να ξανατραγουδήσει ο Τσαλαπετεινός. Εσύ, άκου, βλέπε, σώπα» (σ. 113).
Παρωδικά στοιχεία
Σε άλλο σημείο ο Τσαλαπειτεινός παρωδεί την τραγωδία: «Το ξέρω έχω τα χάλια μου... σκέτη τραγωδία. Ποιος; Εγώ, ο Τηρέας» (σελ. 107). Η παρωδία αποτελεί ένα τέχνασμα της μεταμυθοπλασίας (Τζιόβας, 1987: 292). Συνήθως υπονομεύει το πρωτότυπο και αναδεικνύοντάς το, το φωτίζει. Για παράδειγμα παρωδείται η γραφειοκρατία, η πολιτική, οι χρησμοί κ.ά.. Ο Επιθεωρητής αναφέρεται στο πρωτότυπο ότι τον στέλνει «ένα εγγραφάκι» (βλ. Σταύρου, χ.χ.: 363-364), ενώ στο διασκευασμένο κείμενο ότι τον στέλνει το Γραφείο Εξωτερικών Υποθέσεων, Αντιθέσεων, Προθέσεων, Αναθέσεων, Καταθέσεων (σ. 151). Όσο για τους «παμφάγους Αθηναίους πολιτικούς», λέει σχετικά ο Πεισθέτερος: «Υπάρχουν τέτοιοι στην Ελλάδα; Άντε καλέ!» σ. 115).
Επίσης, σε ορισμένα σημεία αναδεικνύεται και η παιγνιώδης διάθεση, ένα άλλο μεταμυθοπλαστικό στοιχείο, προσφιλές στα παιδιά.
Από τους επισκέπτες (Ποιητή, Ψηφισματοπώλη κ.ά.), ο Ποιητής υποστηρίζει πως έχει συνθέσει για τη Νεφελοκοκκυγία, ύμνους, ποιήματα κ.ά, απαγγέλοντας και στίχους άλλων ποιητών κι ο Χρησμολόγος πως διαθέτει ωροσκόπια, ζώδια ανάδρομα κ.λπ. Οι σκηνές με τους ανεπιθύμητους επισκέπτες οξύνει, μέσα από τις συζητήσεις και το χιούμορ που προσφέρουν, το κριτικό αισθητήριο του θεατρικού κοινού. Επίσης, σε ορισμένα σημεία αναδεικνύεται και η παιγνιώδης διάθεση, ένα άλλο μεταμυθοπλαστικό στοιχείο, προσφιλές στα παιδιά. Έτσι, το όνομα της νέας πόλης ανακαλύπτεται με παιγνιώδες ύφος από τον Πεισθέταιρο («νεφ-, νεφ, Νεφελή- …νεφελό-…Νεφελοκοκκυγία», σ. 137).
Κομβικό σημείο της πλοκής, που προωθείται η συνεργασία μεταξύ ανθρώπων και πουλιών, είναι η προστιθέμενη σκηνή του χτισίματος του τείχους, έργο που επιβλέπει ο Ευελπίδης: «Εδώ, μαζί, δουλειά! (…)», και ο Χορός ανάμεσα στ’ άλλα απαντά: «Φέρε χώμα, φέρε φτυάρι, στέριωσέ το το λιθάρι…» (σ. 139). Προσφέρεται, δηλαδή, μια ώθηση στην επιπλέον συμμετοχή του Ευελπίδη, που κάποια στιγμή υποχωρεί στο πρωτότυπο προκειμένου να αναλάβει τα πάντα ο Πεισθέταιρος.
Στους Όρνιθες, όπως αναφέρουν και οι συγγραφείς στα εισαγωγικά κείμενα, ο Αριστοφάνης δημιουργεί «μια λογοτεχνική ουτοπική πολιτεία» για να επικρίνει την αθηναϊκή δημοκρατία.
Το ουτοπικό στοιχείο, ένα βασικό ιδεολογικό στοιχείο του αριστοφανικού έργου, συναντάται και σε άλλες κωμωδίες του. Στους Όρνιθες, όπως αναφέρουν και οι συγγραφείς στα εισαγωγικά κείμενα, ο Αριστοφάνης δημιουργεί «μια λογοτεχνική ουτοπική πολιτεία» για να επικρίνει την αθηναϊκή δημοκρατία. Παρωδώντας την έννοια της ουτοπίας, θέτει το αιώνιο ερώτημα, αν δηλαδή, είναι εφικτή μια απολύτως δίκαιη, ελεύθερη και ειρηνική πολιτεία. Ίσως η γραμμή που στόχευε σε μια τέτοια πραγματικότητα να έσβησε από τη στιγμή που εμφανίστηκαν οι ανεπιθύμητοι επισκέπτες. Το «Τραγούδι της Εξόδου» είναι πιο δεικτικό και πιο σύγχρονο από το πρωτότυπο, στο οποίο ο Χορός εξισώνει τον Πεισθέταιρο με τους θεούς: «Ο Πεισθέταιρος μονάρχης/τύραννος και πλανητάρχης./Πως το εξηγείς; Άλλος ήρθε κι άλλος είναι, άκου, βλέπε, σκέψου, κρίνε/μόνο μην αργείς. /Ίσως εκπλαγείς!» (σ. 185).
Θεατρική-Αναγνωστική αξιοποίηση στο σχολείο
Η συγκεκριμένη διασκευή, εάν χρησιμοποιηθεί για παράσταση σε σχολεία, απαιτεί από τους εμψυχωτές ή τις εμψυχώτριες διάθεση κι ενθουσιασμό, γνώση του θεάτρου και της παιδικής ψυχολογίας. Χρειάζεται και συνεργασία των ειδικοτήτων του σχολείου (θεατρολόγου, μουσικού, εικαστικού). Ο στόχος τους πρέπει να είναι η εισαγωγή των μαθητών και των μαθητριών σε μια ουσιώδη θεατρική παιδεία, προκειμένου να αποκτήσουν κρίση και επάρκεια ως θεατρικό κοινό. Για τη θεατρική παράσταση, το θέατρο ως διδασκόμενο μάθημα, τη γνωριμία με το θέατρο στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και για άλλα σχετικά θέματα, τα βιβλία του Θόδωρου Γραμματά Διδακτική του θεάτρου και Το θέατρο στο σχολείο, αποτελούν χρήσιμα εργαλεία για όποιον/όποια επιθυμεί να ασχοληθεί με το θέατρο στο σχολείο (Γραμματάς, 1999, 2004).
Το κείμενο προσφέρεται και για δραματοποιημένη παρουσίαση αποσπασμάτων στην τάξη και για ποικίλες άλλες δραστηριότητες, που προσιδιάζουν στο θέατρο, π.χ. θεατρικό παιχνίδι, αυτοσχεδιασμός-παντομίμα, εργαστήριο γραφής, θεατρικό αναλόγιο, χάπενινγκ
Πέρα από τις παραστάσεις που μπορούν να ανεβούν σε ένα σχολείο, η συγκεκριμένη διασκευή είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί και ως ανάγνωσμα σε σχολικές τάξεις, ακολουθώντας διαδικασίες που προσομοιάζουν με την ανάγνωση ενός λογοτεχνικού βιβλίου. Έτσι, μέσα στο τρίπτυχο «πριν από την ανάγνωση», «κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης» και «μετά την ανάγνωση», πραγματοποιούνται ποικίλες δράσεις. Είναι απαραίτητο τα παιδιά να μάθουν για τον δημιουργό, την εποχή που διδάχτηκε το έργο και το ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιό της.
Το κείμενο προσφέρεται και για δραματοποιημένη παρουσίαση αποσπασμάτων στην τάξη και για ποικίλες άλλες δραστηριότητες, που προσιδιάζουν στο θέατρο, π.χ. θεατρικό παιχνίδι, αυτοσχεδιασμός-παντομίμα, εργαστήριο γραφής, θεατρικό αναλόγιο, χάπενινγκ κ.ά. (Γραμματάς, 1999: 39-63). Οι διάλογοι με τους επισκέπτες, με πρόσθετα στοιχεία και των παιδιών, αποτελούν ένα θαυμάσιο κεφάλαιο διασκεδαστικού κλίματος στην τάξη. Τα εμπνευσμένα τραγούδια με την υπέροχη μουσική του Βασίλη Πανόπουλου, αποτελούν από μόνα τους μια «άλλη» παράσταση. Μπορούν τα παιδιά να τα τραγουδούν και ξεχωριστά, σε άλλες εκδηλώσεις τους.
Επιπρόσθετα, μπορούν τα παιδιά να «δημιουργήσουν» μια φανταστική πόλη με στοιχεία που λείπουν από τη δική τους περιοχή. Μια πόλη η οποία δεν θα μοιάζει με εκείνη της κωμωδίας (που δεν υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη ούτε πριν ούτε και στην εξέλιξή της), στην οποία θα επικρατεί η φαντασία και το όνειρο, η ελευθερία, το ευχάριστο κλίμα, η συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων και των πουλιών και η δικαιοκρατία. Η οικολογική σκέψη και η διαφύλαξη μαζί με τον σεβασμό του περιβάλλοντος, η κριτική αντιμετώπιση των δυσκολιών και της όποιας εξουσίας θα είναι προτεραιότητες των κατοίκων. Επιπλέον, τα παιδιά μπορούν να αλλάξουν με μεταμυθοπλαστικό τρόπο το τέλος. Για παράδειγμα: πώς θα έπραττε ο Ευελπίδης αν ήταν στη θέση του Πεισθέταιρου; Θα ήταν το ίδιο φιλόδοξος για την κατάκτηση της εξουσίας; Όπως σημειώνεται στο βιβλίο, ο «Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου», το 1994, παρουσίασε τους δύο φίλους να ξαναρχίζουν την περιπλάνηση. Ένα ανοικτό τέλος δηλαδή για διάφορες δράσεις.
Το κείμενο της διασκευής προσφέρεται για δημιουργική γραφή αλλά και για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας.
Πέρα από τις παραστάσεις που μπορούν να ανεβούν σε ένα σχολείο, η συγκεκριμένη διασκευή είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί και ως ανάγνωσμα ακολουθώντας διαδικασίες που προσομοιάζουν με την ανάγνωση ενός λογοτεχνικού βιβλίου. Το κείμενο της διασκευής προσφέρεται για δημιουργική γραφή αλλά και για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας. Π.χ. δραστηριότητες κατανόησης, μουσικού κλίματος, εικαστικής αποτύπωσης, δημιουργία κόμικς, κρίσης και σύγκρισης, κατανόησης και εμβάθυνσης, ύφους, αφηγηματικών τεχνικών, περαιτέρω εμβάθυνσης, επικοινωνίας με άλλα π.χ. αριστοφανικά κείμενα κ.ά. (Παπαδάτος, 2013: 167-180).
Επίλογος
Το βιβλίο των Πανόπουλου και Τζονάκα με τα εισαγωγικά κείμενα, τη διασκευή και τη μουσική, θα έλεγα ότι αποτελεί μια πρόταση ουσίας για τις διασκευές του θεάτρου για παιδιά. Το έργο αναλύεται εύστοχα και ευσύνοπτα με βιβλιογραφικές αναφορές και παραπομπές των πλέον έγκυρων μελετητών του αριστοφανικού έργου. Το αναγνωστικό κοινό, ιδίως εκείνο που επιθυμεί να αξιοποιήσει τη διασκευή, ενημερώνεται για την υπόθεση και το ιστορικοπολιτικό της πλαίσιο. Όπως επίσης κατανοεί τον τρόπο που οι συγγραφείς επέλεξαν, ώστε να διασκευάσουν την κωμωδία, για το παιδικό και εφηβικό κοινό.
Οι σχετικές διασκευαστικές τεχνικές σέβονται το πρωτότυπο κείμενο. Του προσδίδουν μια σύγχρονη αναδημιουργική όψη κατάλληλη για νέους, συμβάλλοντας στην πολιτική κοινωνικοποίησή τους με στοιχεία οικολογικά, ανθρωπιστικά και φιλειρηνικά μέσα από ένα πηγαίο χιούμορ, το οποίο διαφυλάσσει το αριστοφάνειο προσθέτοντάς του σύγχρονες λεκτικές και καταστασιακές φόρμες.
Τέλος, να σημειώσω τις στοχευμένες παραπομπές και υποσελίδιες αναφορές και επεξηγήσεις και στο εισαγωγικό και στο διασκευαστικό μέρος του βιβλίου κι επίσης την πλούσια ελληνική και ξένη βιβλιογραφία, που αποτελεί περαιτέρω βοήθημα για όσους και όσες επιθυμούν να ερευνήσουν το αριστοφανικό έργο.
*Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Σ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ είναι συγγραφέας, κριτικός βιβλίων για παιδιά και εφήβους, τ. πανεπιστημιακός. Τελευταίο του βιβλίο «Φεγγάρια Παιδιά» (εκδ. Πατάκη, 2024)
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Γραμματάς, Θ. (1999). Διδακτική του Θεάτρου. Αθήνα: τυπωθήτω.
Γραμματάς, Θ. (2004). Το Θέατρο στο Σχολείο. Αθήνα: Ατραπός.
Ζερβού, Αλ. (1997). Στη χώρα των θαυμάτων. Αθήνα: Πατάκης.
Οικονομίδου Σ. (2000). Χίλιες και Μία Ανατροπές. Η νεοτερικότητα στη λογοτεχνία για μικρές ηλικίες. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Παπαδάτος, Σ. Γ. (2013). Παιδικό βιβλίο και φιλαναγνωσία-Θεωρητικές αναφορές και προσεγγίσεις-Δραστηριότητες. Αθήνα: Πατάκης.
Riffaterre, M. (1990). «Compulsory reader response: the intertextual drive». In: Intertextuality. Theories and practices. Worton, M & Still, J. [eds]. Manchester, UK Manchester: University Press.
Σταύρου, Θρ. (χ.χ.). Οι κωμωδίες του Αριστοφάνη. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»-Ι.Δ. Κολλάρου & ΣΙΑΣ Α.Ε.
Τζιόβας, Δ. (1987). Μετά την Αισθητική. Θεωρητικές Δοκιμές και Ερμηνευτικές Αναγνώσεις στης Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Γνώση.
Waugh, P. (1984). Metafiction. The Theory and Practice of Self-concious Fiction. London and New York: Methuen & Co.Ltd.
Λίγα λόγια για τους δημιουργούς
Ο Βασίλης Πανόπουλος γεννήθηκε στο Ψάρι της Κορινθίας. Είναι δάσκαλος και μουσικός. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην πολιτική επιστήμη και κοινωνιολογία και είναι διδάκτωρ θεατρολογίας. Σήμερα είναι διευθυντής στα Ράλλεια Πειραματικά Δημοτικά Σχολεία του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνεργάτης του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Συνέθεσε μουσική για έργα των Ι. Καμπανέλλη, Μπ. Μπρεχτ, Ά. Τσέχοφ, Σέξπιρ, Γρ. Ξενόπουλου και Δ. Καπετανάκη. Επίσης και για τραγωδίες του Ευριπίδη (Άλκηστις, Ορέστης) και του Αισχύλου (Πέρσες), οι οποίες παρουσιάστηκαν και στο Διεθνές Φεστιβάλ της Αβινιόν (2011, 2012 και 2014).

Παράλληλα έγραψε μουσική για το θέατρο για παιδιά σε έργα Αριστοφάνη, Σέξπιρ, Ε. Τριβιζά, Στ. Μιχαηλίδου, Σ. Ζαραμπούκα και Φρ. Σταθάτου. Για τη μουσική του έχει λάβει βραβεία και διακρίσεις. Εξέδωσε την ποιητική συλλογή ή εν παραλλήλω (Όμβρος, 1985) και τη μελέτη Η ποίηση στο δημοτικό σχολείο – όψις και μελοποιία (Νάκας, 2005). Επίσης συμμετείχε ως συγγραφέας στο βιβλίο Στη χώρα του Τοτώρα. Θέατρο για ανήλικους θεατές (Πατάκης, 2010). Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε πρακτικά συνεδρίων και περιοδικά σχετικά με την εκπαίδευση, τη μουσική στο θέατρο και την πολιτική επιστήμη.
Η Ζοζεφίνα Τζονάκα γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, παιδαγωγικά στο Ε.Κ.Π.Α. και έκανε μετεκπαίδευση στο Μαράσλειο Διδασκαλείο και μεταπτυχιακό κοινωνικής ψυχιατρικής-παιδοψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου και εκπαιδεύτηκε στα παιδιά με δυσκολίες μάθησης.

Συμμετείχε σε θεατρικές ομάδες και παρακολούθησε σεμινάρια για το θέατρο στην εκπαίδευση. Εργάστηκε ως δασκάλα πολλά χρόνια και αργότερα έγινε διευθύντρια. Σήμερα συνεργάζεται με το Ίδρυμα Λασκαρίδη σε εθνικά και ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά προγράμματα που αφορούν την ένταξη μαθητών με αυτισμό στο γενικό σχολείο.





















