
Για το βιβλίο του Ρόμπερτ Φούλγκαμ (Robert Fulghum) «Όσα χρειάζεται να ξέρω τα έμαθα στο Νηπιαγωγείο» (μτφρ. Ζωή Κόκκα, εκδ. Gutenberg). ©freepik
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Οι περισσότεροι γονείς που έχουν δει τα παιδιά τους να συμπεριφέρονται διαφορετικά εντός του σπιτιού και αλλιώτικα στο νηπιαγωγείο, μπορούν να το πιστοποιήσουν: αυτή η πρώτη επαφή των νεοσσών με μια μορφή οργάνωσης και συνεργασίας, ενδέχεται να αποτελέσει τη βάση της μετέπειτα ζωής τους.
Αν δεν συμβεί σε αυτά τα παιδιά κάτι ολότελα δραστικό στα κατοπινά χρόνια, κατά την περίοδο της ένταξής τους στο νηπιαγωγείο έχουν πάρει όλες τις βασικές και ουσιώδεις πληροφορίες για το πώς πρέπει να συμπεριφέρονται σε ένα περιβάλλον που απαιτεί συνεργασία, ευθύνες και πραγμάτωση κάποιων σκοπών. Κοινώς: όλα όσα συνθέτουν τη ζωή κάθε ενήλικα.
Ο Ρόμπερτ Φούλγκαμ με το βιβλίο του Όσα χρειάζεται να ξέρω τα έμαθα στο Νηπιαγωγείο (μτφρ. Ζωή Κόκκα), υπερθεματίζει υπέρ αυτής της πραγματικότητας. Όχι, το νηπιαγωγείο δεν είναι μια σχολική βαθμίδα κατά την οποία τα παιδιά το μόνο που κάνουν είναι να ζωγραφίζουν!
Οι ουσιώδεις κανόνες
Το βασικό του επιχείρημα σε αυτό το βιβλίο είναι σχεδόν προκλητικά απλό. Οι πιο ουσιώδεις κανόνες της ανθρώπινης συνύπαρξης δεν είναι προϊόντα φιλοσοφικής επεξεργασίας ή επιστημονικής εξειδίκευσης· είναι αρχές που διδασκόμαστε πριν ακόμη μάθουμε να γράφουμε σωστά το όνομά μας.
Το «μοιράσου», το «μην χτυπάς», το «πες συγγνώμη», το «βάζε τα πράγματα στη θέση τους», όλα αυτά τα στοιχειώδη μαθήματα συγκροτούν, σύμφωνα με τον συγγραφέα, έναν πλήρη ηθικό κώδικα, ικανό να στηρίξει όχι μόνο την ατομική ζωή αλλά και τη συλλογική οργάνωση.
Αυτό που καθιστά το βιβλίο ενδιαφέρον δεν είναι η ίδια η διαπίστωση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται. Ο Φούλγκαμ δεν επιχειρεί να πείσει με επιχειρήματα, ούτε να δομήσει ένα σύστημα.
Μικρές αφηγήσεις
Αντίθετα, χρησιμοποιεί μικρές αφηγήσεις, στιγμιότυπα καθημερινότητας, ιστορίες που μοιάζουν ασήμαντες. Μέσα από αυτές τις αφηγήσεις, οι αρχές του «νηπιαγωγείου» επανεμφανίζονται όχι ως αφηρημένες αξίες, αλλά ως πρακτικές που δοκιμάζονται –και συχνά παραβιάζονται– στον πραγματικό κόσμο.
Αλήθεια, τι δουλειά έχει ένα τέτοιο βιβλίο σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από κυνισμό, ταχύτητα και υπερπληροφόρηση; Ως φαίνεται έχει, καθώς από άποψη πωλήσεων έχει διαγράψει μια λαμπρή πορεία, η οποία συνεχίζεται απρόσκοπτη.
Παρότι το περιεχόμενο θα μπορούσε εύκολα να διολισθήσει σε μια βαρετή ηθικολογία, ο συγγραφέας επιλέγει έναν τόνο ήπιο, συχνά αυτοσαρκαστικό. Δεν τοποθετεί τον εαυτό του σε θέση αυθεντίας. Αντίθετα, εμφανίζεται ως κάποιος που προσπαθεί – όπως όλοι – να εφαρμόσει απλά πράγματα σε έναν σύνθετο κόσμο.
Ένα βασικό στοιχείο για την επιτυχία του βιβλίου είναι η προσβασιμότητά του. Δεν απαιτεί από τον αναγνώστη καμία προετοιμασία. Δεν προϋποθέτει γνώσεις, ούτε υπόσχεται μεταμόρφωση. Αντίθετα, λειτουργεί σχεδόν αντιστρόφως: αφαιρεί στρώματα πολυπλοκότητας. Αίφνης, ενώ «διδασκόμαστε» ότι η επιτυχία συχνά συνδέεται με την εξειδίκευση και την επιτήδευση, ο συγγραφέας επιμένει ότι η κατανόηση της ζωής δεν είναι ζήτημα συσσώρευσης γνώσης, αλλά ανάκλησης μνήμης.
Απλότητα και αντιφάσεις
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το βιβλίο είναι αφελές. Αντιθέτως, πίσω από την απλότητα διακρίνεται μια σαφής επίγνωση των αντιφάσεων της ενήλικης ζωής. Οι ιστορίες του συγγραφέα συχνά φωτίζουν το χάσμα ανάμεσα σε αυτά που γνωρίζουμε και σε αυτά που πράγματι κάνουμε. Η αδυναμία μας να εφαρμόσουμε τους πιο βασικούς κανόνες δεν παρουσιάζεται ως ηθική αποτυχία, αλλά ως ανθρώπινη συνθήκη. Το βιβλίο δεν κατηγορεί, αλλά παρατηρεί.
Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και μια από τις βασικές του αρετές: η αποφυγή του διδακτισμού. Παρότι το περιεχόμενο θα μπορούσε εύκολα να διολισθήσει σε μια βαρετή ηθικολογία, ο συγγραφέας επιλέγει έναν τόνο ήπιο, συχνά αυτοσαρκαστικό. Δεν τοποθετεί τον εαυτό του σε θέση αυθεντίας. Αντίθετα, εμφανίζεται ως κάποιος που προσπαθεί – όπως όλοι – να εφαρμόσει απλά πράγματα σε έναν σύνθετο κόσμο.
Κείμενα που λειτουργούν αυτόνομα, μικρά επεισόδια καθημερινότητας
Η δομή του βιβλίου ενισχύει αυτή την προσέγγιση. Δεν υπάρχει γραμμική αφήγηση, ούτε σαφής εξέλιξη. Τα κείμενα λειτουργούν αυτόνομα, επιτρέποντας στον αναγνώστη να εισέλθει και να εξέλθει χωρίς να χάνει το νόημα. Αυτή η αποσπασματικότητα φαίνεται να είναι συνειδητή επιλογή: αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η καθημερινότητα, ως σειρά μικρών επεισοδίων που αποκτούν σημασία εκ των υστέρων.
Ως εκ τούτου, διαβάζουν κάτι που μοιάζει με συλλογή «ανθρώπινων ιστοριών» με κοινό θεματικό άξονα. Δεν αναζητά το εντυπωσιακό, ούτε το εξαιρετικό. Αντιθέτως, επενδύει στο οικείο. Και ακριβώς γι’ αυτό καταφέρνει να δημιουργήσει ταύτιση: ο αναγνώστης αναγνωρίζει καταστάσεις, όχι επειδή είναι μοναδικές, αλλά επειδή είναι κοινές.
Ένα δεύτερο στοιχείο που εξηγεί τη διαχρονικότητα του έργου είναι η ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό και στο συλλογικό. Παρότι οι ιστορίες είναι συχνά αυτοβιογραφικές, δεν εγκλωβίζονται στην ιδιωτικότητα. Κάθε αφήγηση ανοίγει προς ένα ευρύτερο πλαίσιο: την οικογένεια, την κοινότητα, την κοινωνία. Οι κανόνες του «νηπιαγωγείου» παρουσιάζονται όχι μόνο ως εργαλεία ατομικής ηθικής, αλλά ως προϋποθέσεις κοινωνικής συνοχής.
Προβλήματα όπως οι κοινωνικές ανισότητες, οι πολιτικές συγκρούσεις ή οι τεχνολογικές προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με κανόνες που μαθαίνει κανείς στην παιδική ηλικία.
Το βιβλίο δεν προτείνει λύσεις για μεγάλα πολιτικά ή κοινωνικά ζητήματα. Ωστόσο, υπαινίσσεται ότι η βάση κάθε συλλογικής προσπάθειας βρίσκεται σε απλές μορφές συμπεριφοράς: σεβασμός, συνεργασία, υπευθυνότητα. Χωρίς αυτές, κάθε πιο σύνθετη δομή καταρρέει.
Υπάρχει, βέβαια, και μια πιθανή ένσταση. Κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η επιστροφή σε τόσο βασικές αρχές αγνοεί τη πολυπλοκότητα του σύγχρονου κόσμου. Ότι προβλήματα όπως οι κοινωνικές ανισότητες, οι πολιτικές συγκρούσεις ή οι τεχνολογικές προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με κανόνες που μαθαίνει κανείς στην παιδική ηλικία. Αυτή η κριτική δεν είναι αβάσιμη και ούτε αμελητέα.
Ωστόσο, το βιβλίο δεν ισχυρίζεται ότι οι αρχές αυτές επαρκούν ως τεχνικές λύσεις. Κανείς δεν μπορεί να πει πως είναι πανάκεια. Αντίθετα, τις παρουσιάζει ως προϋποθέσεις. Δεν αντικαθιστούν τη γνώση ή την πολιτική δράση, αλλά τις θεμελιώνουν. Με άλλα λόγια, δεν προσφέρουν απαντήσεις, αλλά ορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να αναζητηθούν απαντήσεις. Το βιβλίο άλλωστε γράφτηκε το 1988, και στην 25η επέτειο της κυκλοφορίας του, το 2013, εμπλουτίστηκε με 25 νέες ιστορίες.
Ενηλικίωση
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι η σχέση του βιβλίου με την έννοια της ενηλικίωσης. Σε αντίθεση με την κυρίαρχη αφήγηση που συνδέει την ωριμότητα με την απόκτηση γνώσεων και εμπειριών, ο Φούλγκαμ υπονοεί ότι η ενηλικίωση συχνά συνεπάγεται απώλεια. Όχι μόνο της αθωότητας, αλλά και της σαφήνειας. Οι κανόνες που κάποτε ήταν αυτονόητοι γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης, σχετικοποίησης ή και παραβίασης.
Ο συγγραφέας αποφεύγει τις μεγάλες δηλώσεις και προτιμά τις μικρές παρατηρήσεις. Αυτό καθιστά το βιβλίο εύκολο στην ανάγνωση, αλλά όχι επιφανειακό.
Αυτή η παρατήρηση δεν οδηγεί σε μια νοσταλγική εξιδανίκευση της παιδικής ηλικίας. Το βιβλίο δεν υποστηρίζει ότι τα παιδιά κατέχουν κάποια ανώτερη σοφία. Αντίθετα, δείχνει ότι η αξία των παιδικών μαθημάτων έγκειται στην απλότητά τους, την οποία, φευ, οι ενήλικες δυσκολεύονται να διατηρήσουν.
Ο συγγραφέας αποφεύγει τις μεγάλες δηλώσεις και προτιμά τις μικρές παρατηρήσεις. Αυτό καθιστά το βιβλίο εύκολο στην ανάγνωση, αλλά όχι επιφανειακό. Αντιθέτως, η απλότητα της γλώσσας επιτρέπει στα νοήματα να αναδειχθούν χωρίς να καλύπτονται από ρητορικά σχήματα.
Επιβράδυνση
Πολλά από τα κείμενα που συγκροτούν το βιβλίο αποκτούν μεγαλύτερη σημασία μετά την ανάγνωση, όταν ο αναγνώστης τα συνδέει με δικές του εμπειρίες. Με αυτή την έννοια, λειτουργούν περισσότερο ως αφορμή σκέψης παρά ως πηγή έτοιμων συμπερασμάτων.
Σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία είναι άφθονη και οι απόψεις πολλαπλασιάζονται, το βιβλίο προσφέρει κάτι διαφορετικό: μια μορφή επιβράδυνσης. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει ούτε να πείσει. Προτείνει μια παύση, μια επιστροφή σε βασικές ερωτήσεις: πώς φερόμαστε στους άλλους; πώς διαχειριζόμαστε τα λάθη μας; πώς συνυπάρχουμε; Ναι, δεν υπάρχει μια απάντηση, αλλά σίγουρα υπάρχουν πολλές αφορμές για να ξεκινήσουμε να σκεφτόμαστε σοβαρά γύρω από αυτά τα θέματα. Πολύ καλή η μετάφραση της Ζωής Κόκκα.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Ένα απόσπασμα από το βιβλίο
Αυτό είναι, λοιπόν, το Πιστεύω μου: ΟΛΑ ΟΣΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΩ σε σχέση με το πώς να ζω και τι να κάνω και πώς να είμαι, τα έχω μάθει στο νηπιαγωγείο. Η σοφία δεν βρίσκεται στην κορυφή του ακαδημαϊκού βουνού αλλά υπάρχει εκεί, μέσα στην παιδική χαρά. Αυτά είναι όλα όσα έμαθα: Μοιράσου τα πάντα. Παίζε δίκαια. Μη χτυπάς τους άλλους. Βάζε τα πράγματα πίσω εκεί που τα βρήκες. Καθάριζε όταν κάνεις μια ζημιά. Μην παίρνεις πράγματα που δεν σου ανήκουν.
Ζήτα συγγνώμη όταν πληγώνεις κάποιον.
Πλένε τα χέρια σου πριν από το φαγητό.
Τράβα το καζανάκι.
Τα ζεστά κουλουράκια με το κρύο γάλα σου κάνουν καλό.
Ζήσε μια ισορροπημένη ζωή – μάθε μερικά πράγματα και σκέψου μερικά πράγματα, και ζωγράφισε και χρωμάτισε και τραγούδα και χόρεψε και παίξε και δούλεψε λίγο, κάθε μέρα.
Παίρνε έναν υπνάκο κάθε μεσημέρι.
Όταν βγαίνεις έξω στον κόσμο να προσέχεις στον δρόμο, να κρατάει το χέρι ο ένας του άλλου και να μένει ο ένας στον άλλο κοντά.
Το θαύμα. Θυμήσου το μικρό σποράκι στο κυπελάκι με τις φακές: οι ρίζες φυτρώνουν προς τα κάτω και το φυτό μεγαλώνει προς τα πάνω και κανείς δεν ξέρει στ’ αλήθεια πώς ή γιατί, αλλά όλοι μας λειτουργούμε έτσι.
Τα χρυσόψαρα και τα χαμστεράκια και τα λευκά ποντικάκια, ακόμα και οι μικροί σπόροι στις φακές – όλα πεθαίνουν. Κι εμείς.
Και μετά να θυμάσαι τα πρώτα σου παιδικά βιβλία και τις πρώτες λέξεις που έμαθες –και τη μεγαλύτερη λέξη απ’ όλες– ΚΟΙΤΑ.
Όλα όσα πρέπει να ξέρεις βρίσκονται κάπου εκεί μέσα. Όλες οι ηθικές αρχές και η αγάπη και οι βασικοί κανόνες υγιεινής. Η οικολογία και η πολιτική και η ισότητα και η ψυχική υγεία.
Πάρε καθένα απ’ αυτά και επέκτεινέ το με εκλεπτυσμένους ενήλικους όρους και εφάρμοσέ το στην οικογενειακή σου ζωή ή στη δουλειά σου, ή στο κράτος σου ή σ’ ολόκληρο τον πλανήτη και θα ισχύει ακόμα και θα είναι αληθινό και ξεκάθαρο και στιβαρό. Σκέψου πόσο καλύτερος θα ήταν ο κόσμος εάν όλοι μας –ολόκληρος ο κόσμος– τρώγαμε κουλουράκια με γάλα γύρω στις τρεις το μεσημέρι κάθε μέρα και μετά ξαπλώναμε και παίρναμε έναν υπνάκο, τυλιγμένοι με μια κουβερτούλα. Ή εάν όλες οι κυβερνήσεις είχαν ως βασική πολιτική τους να βάζουν πάντα πίσω τα πράγματα εκεί που τα βρήκαν και να επανόρθωναν για τις ζημιές τους.
Και είναι, επίσης, ακόμα αλήθεια, όσο κι αν έχεις μεγαλώσει, πως βγαίνοντας στον κόσμο είναι καλύτερο να κρατάς το χέρι κάποιου και να μένετε μαζί.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ρόμπερτ Φούλγκαμ είναι συγγραφέας, κληρικός, φιλόσοφος και περιζήτητος δημόσιος ομιλητής.
![]() |
|
Ο Ρόμπερτ Φούλγκαμ, ©robertleefulghum.com |



















