
«Η αγάπη για το διάβασμα και τη λογοτεχνία δεν μπορεί να χτιστεί χωρίς κάποιες προκλήσεις που θα τους προκαλέσουν την περιέργεια. Πρέπει να παλέψουν λίγο με το λεξιλόγιο και την ιστορία, πρέπει να έχουν την ελευθερία να την ερμηνεύσουν». Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, μια συνέντευξη με την Αν Γκοσινί, τη Γαλλίδα συγγραφέα που δημιούργησε τη σειρά για παιδιά «Ο κόσμος της Λουκρητίας», τα δύο πρώτα βιβλία της οποίας κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
Συνέντευξη στην Ελένη Κορόβηλα
Έχοντας στα χέρια μας τη δεύτερη ιστορία της σειράς «Ο κόσμος της Λουκρητίας» της Αν Γκοσινί, μιας σειράς εικονογραφημένων ιστοριών για μικρούς αναγνώστες που αριθμεί ήδη δέκα τόμους και που φτάνει στο ελληνικό κοινό σε μετάφραση της Πετρούλας Γαβριηλίδου από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, συνομιλούμε μαζί της για την ηρωίδα της αλλά και για το πώς και τι διαβάζουν τα σημερινά παιδιά. Κόρη του Ρενέ Γκοσινί, του δημιουργού που έκανε εκατομμύρια ανθρώπους να μάθουν να διαβάζουν και να γελούν και ταυτόχρονα να προβληματίζονται, να αυτοσαρκάζονται και να αποδομούν τη ζωή, η Γαλλίδα συγγραφέας μας μιλά για τη σχέση της με τον πατέρα της, το έργο του, την ανάγκη της να γράψει για να συνομιλήσει μαζί του, ενώ κάνει ορισμένες καίριες παρατηρήσεις για τον τρόπο που οι ενήλικες σήμερα θέτουν όρια στο τι μπορούν να διαβάσουν τα παιδιά στερώντας τους ίσως την ελευθερία της αναμέτρησής τους με γλωσσικές και αφηγηματικές προκλήσεις.
Στη Γαλλία, η ηρωίδα της Γκοσινί, η 12χρονη Λουκρητία έγινε δεκτή από δημοσιογράφους και κριτικούς ως «η μεγάλη αδελφή του Μικρού Νικόλα», του θρυλικού ήρωα των Γκοσινί και Σεμπέ. Οι περισσότεροι εστίασαν στη σύνδεση του δικού της έργου με τον αγέραστο και αξεπέραστο ήρωα του πατέρα της, οι ιστορίες του οποίου εξακολουθούν να διαβάζονται τόσο από ενήλικες που αναζητούν τη χαμένη παιδικότητά τους όσο και από νεαρούς αναγνώστες που βυθίζονται σε ένα σύμπαν όπου όλα μοιάζουν να είναι εκεί για να ανακαλυφθούν για πρώτη φορά.
Η Αν Γκοσινί, συγγραφέας λογοτεχνίας για ενήλικες, έκανε το βήμα να περάσει και σε ιστορίες για παιδιά χωρίς να γυρίζει την πλάτη στην κληρονομιά αλλά και χωρίς να περιορίζεται στην αναπαραγωγή της. Η Λουκρητία ή απλώς Λουλού είναι ένα 12χρονο κορίτσι, ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την εφηβεία, που αγαπιέται με τις δικές του χάρες. Ο μικρόκοσμος που την περιβάλλει (οι γονείς της ανασυντεθειμένης οικογένειάς της, ο αδελφός της, η γιαγιά της και οι τρεις κολλητές φίλες της) μιλά στα παιδιά με αφοπλιστική ειλικρίνεια, πνεύμα και χιούμορ.
Εστιάζοντας στη σειρά «Ο Κόσμος της Λουκρητίας», θα μπορούσατε να μας πείτε από πού προήλθε αυτός ο κόσμος και τι αντιπροσωπεύει η ηρωίδα σας;
Η Λουκρητία γεννήθηκε από μια κοινή επιθυμία, δική μου και της εικονογράφου Κάτελ, να δημιουργήσουμε μαζί έναν χαρακτήρα για νεαρούς αναγνώστες. Η ηρωίδα μας είναι ένα νεαρό κορίτσι της εποχής της, στα πρόθυρα της εφηβείας. Δεν είναι πια ακριβώς παιδί, ούτε έφηβη. Είναι μια υπέροχη ηλικία για να την παρατηρεί ένας μυθιστοριογράφος.

Θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε μια κοριτσίστικη ίσως και φεμινιστική σειρά για νεαρούς αναγνώστες, κορίτσια κι αγόρια;
Σίγουρα όχι μια φεμινιστική σειρά! Είναι μια σειρά που παρουσιάζει ένα νεαρό κορίτσι, αλλά όχι μόνο αυτό! Υπάρχει όλη η οικογένειά της και οι συμμαθητές της. Οπότε, ναι, είναι αναμφίβολα μια σειρά με περισσότερο γυναικείο πρόσημο παρά ανδρικό, αλλά ευτυχώς, η σειρά απευθύνεται και στα αγόρια!
Στον πρώτο τόμο της σειράς «Ο κόσμος της Λουκρητία», σε κάποιο σημείο ο πατέρας, ενώ σχολίαζε τους πίνακες των παιδιών, μιλάει για την ειλικρίνεια εννοώντας την ειλικρίνεια στο βλέμμα τους. Πιστεύετε ότι αυτό είναι απαραίτητο στοιχεία για προσελκυστούν οι νεαροί αναγνώστες και οι νεαρές αναγνώστριες;
Έμαθα, γράφοντας αυτές τις ιστορίες για νέους, ότι τα παιδιά είναι το πιο απαιτητικό κοινό. Δεν πρέπει ποτέ να αφήνεις το χέρι τους. Πρέπει να θέλουν να γυρίσουν σελίδα, να θέλουν να διαβάσουν την επόμενη ιστορία, ακόμα και τον επόμενο τόμο της σειράς. Νομίζω ότι στα παιδιά δεν αρέσει αυτό που μοιάζει κατασκευασμένο. Το αισθάνονται. Όταν γράφω τις ιστορίες της Λουκρητίας, εμπνέομαι από την παιδική μου ηλικία, αλλά κυρίως από αυτή των παιδιών μου.
Μιλήστε μας μας για τη συνεργασία σας με την Catel, την εικονογράφο της σειράς. Αισθάνεστε ίσως ότι στο πρόσωπό της βρήκατε τον δικό σας Ουντερζό ή τον δικό σας Σεμπέ; (τους θρυλικούς συνεργάτες του Ρενέ Γκοσινί)
Τρέφω μεγάλο θαυμασμό για το έργο της Κατέλ. Είναι απίστευτα ταλαντούχα. Και εκτός αυτού, της οφείλω τη Λουκρητία. Είχε ήδη αρχίσει να συνεργάζεται μαζί μας για το «μυθιστόρημα των Γκοσινί» και κάποια στιγμή μου πρότεινε να δημιουργήσουμε μαζί έναν παιδικό χαρακτήρα. Δεν με ενθουσίασε η ιδέα. Φοβόμουν να ακολουθήσω τα βήματα του πατέρα μου. Έπειτα όμως, έγραψα τρεις ιστορίες, της τις έστειλα και εκείνη τις λάτρεψε!
Στη συνέχεια, τις υποβάλαμε στο παιδικό τμήμα του εκδοτικού οίκου Gallimard, το Gallimard Jeunesse, όπου επίσης τις λάτρεψαν. Η Κάτελ κι εγώ συμπληρώνουμε η μία την άλλη πολύ καλά, και βέβαια είναι, η πρώτη μου αναγνώστρια. Μόλις τελειώνω τα κείμενα, της τα στέλνω και περιμένω με ανυπομονησία την αντίδρασή της.
![]() |
|
Η Κατέλ (αριστέρα) και η Αν Γκοσινί (δεξιά) με τα εργαλεία της δημιουργίας και τα βιβλία της σειράς που έφτιαξαν μαζί με ηρωίδα τη Λουκρητία. |
Διάβασα σε μία συνέντευξή σας ότι στο ξεκίνημα της γνωριμίας σας, κάποια στιγμή σας είπε «Ζωγραφίζω μόνο γυναικείους χαρακτήρες για πρωταγωνιστές». Αυτή η στάση άλλαξε κάτι στον τρόπο που προσεγγίσατε το δικό σας υλικό;
Πράγματι, η Κατέλ νιώθει πιο άνετα με γυναικείους χαρακτήρες. Αλλά αυτό δεν με εμπόδισε να συμπεριλάβω μερικά αγόρια στον «Κόσμο της Λουκρητίας». Γράφοντας δεν είχα καμία προκατάληψη... Αυτό που είναι δύσκολο είναι να γράφεις για τα παιδιά. Ο συγγραφέας βιβλίων για παιδιά πρέπει να είναι κανείς εξαιρετικά σαφής, πολύ προσεκτικός, να κρατά κάθε νεαρό αναγνώστη από το χέρι, να βεβαιώνεται ότι δεν βαριέται ποτέ, ότι δεν υπάρχει ποτέ καμία ασάφεια, ότι καταλαβαίνει τα πάντα. Και να εξαφανίζει τα αποσιωπητικά.
Τι είδους αναγνώστρια ήσασταν ως παιδί, και τι θα λέγατε στα παιδιά σήμερα για να τα παροτρύνετε να επιλέξουν ένα βιβλίο για να διαβάσουν;
Ως παιδί, λάτρευα την Κόμισσα του Σεγκούρ, τις περιπέτειες του Μπαμπάρ και του Νόντι, της Ένιντ Μπλάιτον. Κι έπειτα, τα παραμύθια του Μαρσέλ Αιμέ (Les Contes du chat perché). Μετά από αυτό, στράφηκα κατευθείαν στη λογοτεχνία ενηλίκων: Ουγκό, Ντιμά, Ζιντ...
Πρέπει να πούμε ότι πριν από πενήντα χρόνια, οι επιλογές για τα παιδιά δεν ήταν τόσο πολλές ή με τόσο μεγάλη ποικιλία. Σήμερα, και αυτό που μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση όταν υπογράφω βιβλία σε μια έκθεση βιβλίου, οι ενήλικες αναζητούν τα βιβλία εκείνα που είναι ακριβώς κατάλληλα για την ηλικία των παιδιών ή των εγγονιών τους. Δεν ρισκάρουν. Και βρίσκω ότι είναι κρίμα που έχει υιοθετηθεί αυτή η στάση. Νομίζω ότι η αγάπη για το διάβασμα και τη λογοτεχνία δεν μπορεί να χτιστεί χωρίς κάποιες προκλήσεις που θα τους προκαλέσουν την περιέργεια. Πρέπει να παλέψουν λίγο με το λεξιλόγιο και την ιστορία, πρέπει να έχουν την ελευθερία να την ερμηνεύσουν.

Εκτός από το έργο σας ως μυθιστοριογράφος, διαχειρίζεστε την κληρονομιά του πατέρα σας, René Goscinny. Μεγαλώνοντας, αντιλαμβανόσασταν το εύρος και την απήχηση του έργου του;
Ας πούμε ότι αυτή η επίγνωση ήρθε σταδιακά. Έχασα τη μητέρα μου όταν ήμουν 25 ετών. Από εκείνη τη στιγμή και μετά έπρεπε να φροντίσω η ίδια για το έργο του πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν ιδιοφυΐα. Εφηύρε το επάγγελμα του συγγραφέα κόμικς. Πλέον, εδώ και πολλά χρονιά, είναι δική μου ευθύνη να μεταδώσω στα παιδιά μου τα εργαλεία, ώστε με τη σειρά τους να μπορούν να φροντίσουν τη δουλειά του παππού τους όταν έρθει η ώρα.
Τον χάσατε σε πολύ μικρή ηλικία. Ήταν ανακούφιση για εσάς το να μοιράζεστε το πένθος σας για αυτή την απώλειά τόσους πολλούς αναγνώστες και θαυμαστές του σε όλο τον κόσμο;
Πράγματι, τον έχασα σε ηλικία 9 ετών... Το να μοιράζομαι τη θλίψη για την απώλειά του δεν με βοηθούσε καθόλου, το αντίθετο μάλιστα. Ο πατέρας μου ανήκε στην οικογένειά του. Το κοινό βέβαια, τον οικειοποιήθηκε. Αλλά είμαι πολύ περήφανη γι' αυτόν, πολύ περήφανη που είχα αυτόν τον πατέρα. Και είμαι επίσης πολύ λυπημένη που τον έζησα μόνο για εννέα χρόνια... Αλλά καθώς μεγαλώνω, συνειδητοποιώ ότι το έργο του είναι παγκόσμο. Σχεδόν 50 χρόνια μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί να αγαπιέται και να χαίρει μεγάλου σεβασμού.
![]() |
|
Η Αν Γκοσινί στην αγκαλιά του πατέρα της, Ρενέ Γκοσινί (1926-1977). |
Γιατί το έργο του παραμένει επίκαιρο;
Το έργο του πατέρα μου είναι διαχρονικό. Οι άνθρωποι πάντα είχαν την ανάγκη να γελούν. Χρειάζονται ελαφρότητα. Αλλά το χιούμορ είναι ένα σοβαρό ζήτημα, και ο πατέρας μου αντιμετώπισε την τέχνη του με τη μέγιστη σοβαρότητα. Πιστεύω ότι στο έργο του αυτό μεταφέρεται στους αναγνώστες και επίσης, γίνεται κατανοητό ότι ενώ υπάρχουν όρια στην πολιτική, στον τομέα του χιούμορ, της λογοτεχνίας ή των κόμικς, τα όρια είναι εντελώς αδικαιολόγητο να υπάρχουν.
Και συχνά συνειδητοποιώ ότι πρέπει να φερόμαστε στα παιδιά σαν ενήλικες και στους ενήλικες σαν παιδιά. Θα γράφω μέχρι την τελευταία μου πνοή
Σε μια συνέντευξή σας, είπατε: «Πολύ γρήγορα, συνειδητοποίησα ότι ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσω με τον πατέρα μου θα ήταν μέσω της συγγραφής». Έχετε ανακαλύψει άλλους λόγους για να συνεχίσετε να γράφετε;
Στην πραγματικότητα, ζω και αναπνέω γράφοντας, λογοτεχνία, μυθιστορήματα, ιστορίες, μεγάλες και μικρές. Μπορώ να μαγευτώ από έναν συγγραφέα και να διαβάσω ολόκληρο το έργο του. Αυτό που αγαπώ στη δουλειά μου είναι ακριβώς ότι φοράω δύο καπέλα: το ένα για τους νέους, το άλλο για τους ενήλικες. Και συχνά συνειδητοποιώ ότι πρέπει να φερόμαστε στα παιδιά σαν ενήλικες και στους ενήλικες σαν παιδιά. Ένα πράγμα είναι σίγουρο: Θα γράφω μέχρι την τελευταία μου πνοή.
Το ερώτημα «Τι περιμένουμε για να είμαστε ευτυχισμένοι;» επανέρχεται στη γαλλική καλλιτεχνική δημιουργία. Χρησιμοποιώντας το για να προσκαλέσετε τα σημερινά παιδιά να βυθιστούν στον κόσμο του Μικρού Νικόλα με την ταινία «Ο μικρός Νικόλας – Τι περιμένουμε για να είμαστε ευτυχισμένοι;» αλλά και το ομότιτλο βιβλιο, τι θελήσατε να τους πείτε;
Γράφοντας το σενάριο για αυτή την ταινία, ο συν-σεναριογράφος μου (Μισέλ Φεσλέρ, ο οποίος έφυγε δυστυχώς από τη ζωή τον περασμένο Αύγουστο) και εγώ θέλαμε να εξηγήσουμε τη δημιουργική διαδικασία πίσω από ένα έργο όπως ο Μικρός Νικόλας. Ξεκινήσαμε με τις ζωές των δημιουργών, του πατέρα μου και του Ζαν-Ζακ Σεμπέ, και καταλήξαμε σε ένα έργο που έχει αποκτήσει την πατίνα του κλασικού. Πιστεύω ότι σε κάθε βιβλίο, σε κάθε θεατρικό έργο ή σε κάθε κόμικ, ο συγγραφέας αφηγείται τη δική του ιστορία, με έναν λίγο πολύ κρυφό, λίγο πολύ μασκαρεμένο τρόπο, αλλά πάντα με ειλικρίνεια.
*Η ΕΛΕΝΗ ΚΟΡΟΒΗΛΑ είναι δημοσιογράφος.


















