
Για το μυθιστόρημα για εφήβους «Δίκτυα» (μτφρ. Δέσποινα Δρακάκη, εκδ. Ψυχογιός) του Ελόι Μορένο. «Ο Μορένο με τη γραφή του ταρακουνά, προειδοποιεί, πιθανώς τρομάζει τα νέα παιδιά για τους αόρατους κινδύνους που συναντούν κάθε μέρα. Δεν είμαστε σίγουροι, όμως, αν καταφέρνει να τους «μιλήσει». ©freepik
Γράφει η Φανή Χατζή
Τα Δίκτυα (μτφρ. Δέσποινα Δρακάκη, εκδ. Ψυχογιός) του Ελόι Μορένο περιγράφουν έναν κόσμο στον οποίο ιδιωτικές εταιρίες έχουν κατακλύσει τα κοινωνικά δίκτυα και ελέγχουν πολλές καταναλωτικές και συμπεριφορικές τάσεις. Οι έφηβοι εκτίθενται σε περιεχόμενο που δεν μπορούν να αξιολογήσουν σωστά και είναι επιρρεπείς στον υπερκαταναλωτισμό, το κυβερνοέγκλημα, την παραπληροφόρηση και την καλλιέργεια διεστραμμένων προτύπων. Όλοι οι έφηβοι μετρούν την αξία τους ανάλογα με τους ακόλουθους, τα likes ή τα «αυτοκόλλητα» επιβράβευσης που κερδίζουν. Η τεχνητή νοημοσύνη στρεβλώνει ακόμα περισσότερο την αλήθεια, με τους ανήλικους να είναι οι πιο ευάλωτοι σε αυτά τα δυσδιάκριτα όρια.
Το μυθιστόρημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί δυστοπία αν δεν αφορούσε μια υπαρκτή πραγματικότητα. Μπορεί ο συγγραφέας να έχει παραλλάξει τα ονόματα των πραγματικών εφαρμογών που κατακλύζουν τις ζωές μας, αλλά τα γεγονότα παραμένουν αληθινά. Κι αν σε ορισμένα σημεία το ύφος του γίνεται διδακτικό, είναι γιατί οι ραγδαίες εξελίξεις σε αυτόν τον τομέα απαιτούν και ταχύτατη ενημέρωση. Καταφέρνει, όμως, να μιλήσει στους εφήβους με τη δική τους γλώσσα, όπως το πέτυχε με το προηγούμενο βιβλίο του, Αόρατος (μτφρ. Δέσποινα Δρακάκη, εκδ. Ψυχογιός);
Στον κόσμο του Meeteen
Σε μια φανταστική εφαρμογή αυστηρά για άτομα στην εφηβεία, το Meeteen, μια καμουφλαρισμένη μίξη των υπαρκτών Tik Tok, Snapchat και BeReal συνδέονται εκατομμύρια έφηβοι. Μία από αυτές, η Μπέτι, μιλά καθημερινά με έναν γνωστό influencer, τον Άλεξ ή «@alex_reddast». Δεν τον έχει δει ποτέ από κοντά, ούτε σε βίντεο, παρά μόνο σε φωτογραφίες. Αυτές όμως είναι αρκετές, σε συνδυασμό με τις αναλυτικές συζητήσεις τους κάθε βράδυ, για να τον ερωτευτεί τρελά. Μέχρι που μια μέρα της στέλνει ένα παράξενο μήνυμα και έκτοτε εξαφανίζεται. Τρεις μέρες αργότερα, μια αστυνομικός και μία εκπρόσωπος της εταιρίας Meeteen εμφανίζονται στο σπίτι της για να της κάνουν ερωτήσεις. Ο Άλεξ δεν είναι αυτό που η Μπέτι νομίζει. Έχει διαπράξει πολλά εγκλήματα και πρέπει να βρουν τα ίχνη του, οπότε θα χρειαστούν επειγόντως τη βοήθειά της.
Η Μπέτι αναγκάζεται να μοιραστεί με τις δύο γυναίκες πολλά ιδιωτικά στοιχεία της σχέσης της με τον Άλεξ, ακόμα και όσα τη γεμίζουν ντροπή και φόβο. Η ιστορία τους αρχίζει να ξεδιπλώνεται σταδιακά με την ίδια ακριβώς δομή που είχε και ο Αόρατος, δηλαδή μέσα από μικρά αναδρομικά κεφάλαια. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει και η διαρκής μετατόπιση της οπτικής και σε άλλους ήρωες, συμμαθητές και φίλους της πρωταγωνίστριας, με κάθε έναν από αυτούς να έρχεται αντιμέτωπος με διαφορετικό πρόσωπο των δικτύων. Το πλέγμα της αλληλεπίδρασής τους λειτουργεί διττά. Αφενός, όπως και στο προηγούμενο βιβλίο, καταδεικνύει τη βαθύτερη σχέση αιτιότητας που συνδέει τις πράξεις τους αλλά στο συγκεκριμένο βιβλίο οξύνει και την αίσθηση μοναξιάς και απομόνωσης των δικτύων σε αντίθεση με τη διαπροσωπική επαφή.
Οι γνώριμοι χαρακτήρες ως χρήστες της εφαρμογής
Αν και τα Δίκτυα έχουν μια σχετική αφηγηματική αυτοτέλεια, αποτελούν μια άτυπη συνέχεια του μυθιστορήματος Αόρατος. Σχεδόν όλοι οι ήρωες του πρώτου βιβλίου επανέρχονται, αντιμετωπίζοντας νέες προκλήσεις. Το «παιδί με τα εννέα και μισό δάχτυλα» ή ΜΜ, σε αντεστραμμένο ρόλο σε σχέση με τον Αόρατο, είναι πλέον το πιο μισητό και αόρατο παιδί του σχολείου. Ανησυχεί όμως πολύ για τη Μπέτι, το πρώην κορίτσι του και αυτόν τον μυστηριώδη Άλεξ. Το «κορίτσι με τα εκατό βραχιόλια» ή Κίρι είναι η κολλητή της Μπέτι και η μόνη που μοιάζει να απολαμβάνει περισσότερο τη συντροφιά ενός βιβλίου σε σχέση με το κινητό. Το «αόρατο αγόρι» αρχίζει κι αυτό να μιλά διαδικτυακά με ένα κορίτσι, με το οποίο έχει πολλά και εντυπωσιακά κοινά.
Σε αυτή την αίσθηση της γνώριμης κοινότητας προστίθενται νέα πρόσωπα στην ιστορία. Παρακολουθούμε «το κορίτσι με τα μωβ μαλλιά», με τους εκατομμύρια ακολούθους, που είναι γεννημένη μέσα στην προβολή, να συνεχίζει καταναγκαστικά την «καριέρα» των επίσης influencer γονιών της. Στον αντίποδα αυτής της κοπέλας που ασφυκτιά μέσα σε αυτόν τον ρόλο, υπάρχει μια άλλη που περνάει ώρες προσπαθώντας να παραμείνει επίκαιρη, να μη χάσει ακολούθους ή ένα κορίτσι που παρακολουθεί διαρκώς τις ζωές των άλλων συγκρίνοντας τον εαυτό της με τα πρότυπά της. Όσο μια κοπέλα δίνει όλη της την προσοχή σε έναν άγνωστο, ένα αγόρι εθίζεται στο πορνό καλλιεργώντας στρεβλά σεξουαλικά πρότυπα. Ένα παιδί δέχεται διαδικτυακό εκφοβισμό όσο ένα άλλο παιδί κρύβεται πίσω από την ανωνυμία των ψεύτικων προφίλ για να προσβάλει και να πληγώσει τους συνομηλίκους του.
Ο κυβερνοχώρος ως ναρκοπέδιο
Μέσα από αυτά τα χαρακτηριστικά παραδείγματα, ο Μορένο καταπιάνεται με ένα ευρύ φάσμα των παθογενειών των κοινωνικών δικτύων και της χρήσης του διαδικτύου σε αυτή την ευαίσθητη ηλικία. Οι εφαρμογές μοιάζουν με ένα ναρκοπέδιο γεμάτο κινδύνους τους οποίους τα παιδιά αγνοούν. Η αλόγιστη συναίνεση σε διαμοιρασμό και παραχώρηση προσωπικών δεδομένων, ο εθισμός σε ακατάλληλο περιεχόμενο, η έκθεση σε ανθυγιεινά πρότυπα ομορφιάς, η διάσπαση προσοχής και ο υπερκαταναλωτισμός είναι μερικές μόνο από τις πτυχές που καλύπτει ο συγγραφέας. Μπορεί τα παιδιά να εκτίθενται πρωτίστως στον κίνδυνο, αλλά επηρεάζονται και οι ενήλικες. Γενικά, δίνεται μεγάλη έμφαση στο ψηφιακό αποτύπωμα που αφήνουμε όλοι πίσω μας ακόμα και με κάτι που αρχικά θεωρούμε ότι θα μείνει μεταξύ αποδεκτών της δικής μας επιλογής.
Η εικόνα μερικών απατεώνων που χειρίζονται την πλατφόρμα είναι κάπως γραφική, αλλά ο αντίκτυπος στους εφήβους ρεαλιστικός.
Ειδικά σε σχέση με την εφαρμογή Meeteen, ο συγγραφέας αποδίδει υστεροβουλία στους δημιουργούς της, που αδιαφορούν για την προστασία των ανήλικων χρηστών αλλά εντείνουν τις εμπορικές συναλλαγές εντός της. Ο Μορένο σκιαγραφεί το διοικητικό συμβούλιο της εφαρμογής σαν το κακό επιτελείο σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας που συνεδριάζει με σκοπό να καταστρέψει τον κόσμο. Η συνεδρία ξεκινά με τη φράση «Ας ξεκινήσουμε να ορίζουμε το κοπάδι» (σελ 32) και με μοναδικό όφελος το κέρδος καθορίζονται τα προϊόντα, οι τάσεις, όλα όσα θα προσελκύσουν και θα «εγκλωβίσουν» τα παιδιά ακόμα περισσότερο στο μέσο. Η εικόνα μερικών απατεώνων που χειρίζονται την πλατφόρμα είναι κάπως γραφική, αλλά ο αντίκτυπος στους εφήβους ρεαλιστικός. Η κατάσταση του influencing, είτε από την πλευρά του διασήμου είτε του ασήμου κρίνεται ως μη διαχειρίσιμη από έφηβα άτομα που νιώθουν ότι καθορίζεται η αξία τους από αριθμούς ακολούθων, σχόλια και αντιδράσεις.
Διεύρυνση της θεματικής, αδυναμίες στη γραφή
Σε αντίθεση με το ζήτημα του εκφοβισμού που αφορούσε συγκεκριμένα άτομα, το ζήτημα των δικτύων είναι πολύ πιο ευρύ και αχαρτογράφητο. Όπως έξυπνα σκιαγραφεί ο συγγραφέας, η χρήση των δικτύων είναι ο κανόνας στην εφηβεία και υπάρχουν ελάχιστες εξαιρέσεις παιδιών που δεν θα χαθούν με τις ώρες στην οθόνη. Ακόμα και το μπούλινγκ με το οποίο καταπιάστηκε αναλυτικά στο πρώτο βιβλίο έχει μετατοπιστεί κι αυτό στο διαδίκτυο, πολύ πιο εύκολο και χωρίς ίχνη. Ο συγγραφέας δεν χάνει την ικανότητά του να φωτίσει κι εδώ πολύπλευρα το ζήτημα. Όπως στον Αόρατο η κατάσταση του εκφοβισμού δεν εξαντλούνταν στο δίπολο «θύτη» και «θύματος» και βλέπαμε τις ευάλωτες πτυχές του ΜΜ, έτσι και στα Δίκτυα ο Άλεξ είναι ένα πιόνι στην κερδοσκοπική εταιρική διαχείριση των δικτύων και της τεχνητής νοημοσύνης.
Σε αρκετά σημεία ο συγγραφέας γίνεται διδακτικός, ακόμα και επικριτικός. Ένα ξαφνικό ευθύ β΄ ενικό «επιπλήττει» την αναγνώστρια σε κάποιο σημείο. Ο συμβολικός και υπόρρητος τρόπος του πρώτου βιβλίου έχει δώσει τη θέση του σε ένα πιο ηθικολογικό ύφος.
Ωστόσο, προσπαθώντας να χειριστεί το εύρος των θεμάτων που προκύπτουν στον ψηφιακό κόσμο, ο Μορένο αγγίζει τα περισσότερα επιδερμικά και με πολύ έντονη επαναληπτικότητα, εστιάζοντας ουσιαστικά μόνο στην Μπέτι. Οι σχεδόν ίδιες φράσεις ανά λίγα κεφάλαια μοιάζουν να έχουν προσαρμοστεί στον αποσπασματικό τρόπο ανάγνωσης των νέων παιδιών, αλλά συνολικά το βιβλίο αντανακλά τους ενήλικους προβληματισμούς πάνω στο ζήτημα. Οι εφαρμογές και τα αχανή «δίκτυα» που υποκρύπτουν από πίσω τους αναδεικνύονται ως το απόλυτο «Κακό», από το οποίο δεν φαίνεται να υπάρχει διέξοδος παρά μόνο εκτός συσκευών, σε μια ρομαντικοποιημένη παλιότερη εκδοχή της εφηβείας, που δεν υπάρχει πια. Σε αρκετά σημεία ο συγγραφέας γίνεται διδακτικός, ακόμα και επικριτικός. Ένα ξαφνικό ευθύ β΄ ενικό «επιπλήττει» την αναγνώστρια σε κάποιο σημείο. Ο συμβολικός και υπόρρητος τρόπος του πρώτου βιβλίου έχει δώσει τη θέση του σε ένα πιο ηθικολογικό ύφος.
Ευαισθητοποίηση με έντονο διδακτισμό
Λίγες μέρες νωρίτερα, η συντηρητική κυβερνητική απόφαση απαγόρευσης της πρόσβασης στα κοινωνικά δίκτυα σε χρήστες κάτω των 15 ετών ανέδειξε στη χώρα μας το ζήτημα της βέλτιστης λύσης για την προστασία της ανηλικότητας στον ψηφιακό κόσμο. Πρόκειται για μια πατερναλιστική ρύθμιση που περιορίζει τις ελευθερίες των παιδιών επιρρίπτοντας τις ευθύνες και το βάρος προφύλαξης στα ίδια. Δεν καταπολεμά το ηλεκτρονικό έγκλημα, τη βία, την παρανομία και τις ηλεκτρονικές απάτες, ούτε προωθεί την ψηφιακή παιδεία, αλλά, αντιθέτως, αποκλείει τους έφηβους από έναν κόσμο στον οποίο αργά ή γρήγορα θα έχουν πρόσβαση. Αυτός που χρήζει ελέγχου και περιορισμού εν προκειμένω δεν είναι τα ανήλικα, αλλά οι εταιρίες που παράγουν εθιστικούς αλγόριθμους. Ο Μορένο υποδεικνύει πολύ εύστοχα τους υπαίτιους.
Ο Μορένο με τη γραφή του ταρακουνά, προειδοποιεί, πιθανώς τρομάζει τα νέα παιδιά για τους αόρατους κινδύνους που συναντούν κάθε μέρα. Δεν είμαστε σίγουροι, όμως, αν καταφέρνει να τους «μιλήσει». Αυτό το σχόλιο δεν αφορά την πιστευτή νεανική γλώσσα που αποτυπώνεται και στη μετάφραση, όσο την αδυναμία του συγγραφέα να κατανοήσει την πλευρά τους.
Επειδή, ωστόσο, μιλάμε για αχανή δίκτυα συναλλαγών, επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης, ούτε η «άλλη πλευρά» της πλατφόρμας μπορεί να ελεγχθεί πλήρως. Η καλύτερη λύση, επομένως, μοιάζει να είναι ο εξοπλισμός των παιδιών με γνώση, σωστή ενημέρωση και κατανόηση της κατάστασης, όπως γλαφυρά την αποτυπώνει και ο συγγραφέας. Ο Μορένο φροντίζει, επίσης, να υποδείξει τον σημαντικό ρόλο της οικογένειας και συγκεκριμένα των ενήλικων μελών της που δίνουν το παράδειγμα. Ένα τυπικό πρωινό στο σπίτι της Μπέτι προσφέρει μια ισχυρή εικόνα. Ο μπαμπάς της κολλημένος στο κινητό, η μαμά της στον υπολογιστή και ο μικρός αδερφός της στο τάμπλετ. Αόρατο μέλος της οικογένειας ο εικονικός βοηθός «Explorare» (μια άλλη Αλέξα ή Σίρι δηλαδή) που εκτελεί εντολές. Άνθρωποι και ανθρωποειδή σε ένα υπνωτισμένο τελετουργικό.
Όσο ζούμε όλοι τις ζωές μας κολλημένοι στις οθόνες αυτή η πραγματικότητα θα είναι αναπόφευκτα το παρόν και το μέλλον των εφήβων. Η δε προσθήκη της ΤΝ στις ζωές μας είναι «απλώς μια μικρή σταγόνα στην καταιγίδα που μας περιμένει στο μέλλον» (σελ 272). Ο Μορένο με τη γραφή του ταρακουνά, προειδοποιεί, πιθανώς τρομάζει τα νέα παιδιά για τους αόρατους κινδύνους που συναντούν κάθε μέρα. Δεν είμαστε σίγουροι, όμως, αν καταφέρνει να τους «μιλήσει». Αυτό το σχόλιο δεν αφορά την πιστευτή νεανική γλώσσα που αποτυπώνεται και στη μετάφραση, όσο την αδυναμία του συγγραφέα να κατανοήσει την πλευρά τους. Δεν φαίνεται να προκύπτει κάποιο θετικό αντίβαρο, όπως η κοινωνικοποίηση, η εκτόνωση της δημιουργικότητας, η πληροφόρηση, η διασκέδαση και η εύρεση κοινότητας, ανάγκες που αξιώνουν και καλύπτουν τα παιδιά από αυτόν τον κόσμο που στο βιβλίο περιγράφεται μόνο με αρνητικό πρόσημο. Κι ενώ σίγουρα οι έφηβοι αναγνώστες θα αναγνωρίσουν όψεις της ζωής και συμπεριφοράς τους και θα προβληματιστούν, δεν είναι βέβαιο αν θα εκτιμήσουν την ανήσυχη φωνή της αφήγησης ή αν θα την εκλάβουν ως «κήρυγμα».
*Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Περνάει μερικές ακόμη ώρες βλέποντας τα υπέροχα ταξίδια, τα τέλεια σώματα, και όλα τα ρούχα που δοκιμάζουν οι influencers κάθε μέρα. Και νιώθει άσχημα επειδή δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή που βλέπει στα δίκτυα. Ξέρει ότι δε θα φτάσει ποτέ αυτό το είδος ευτυχίας. Και όταν παραδέχεται αυτήν την πραγματικότητα, θλίβεται. Συνειδητοποιεί ότι η ζωή της δεν αξίζει τίποτα σε σύγκριση με όλα όσα βλέπει στις οθόνες. Η οικογένειά της δεν έχει τα χρήματα να της αγοράσει τόσα ρούχα, σπάνια κάνουν κάποιο ταξίδι, δεν πηγαίνουν σε όλα αυτά τα υπέροχα εστιατόρια που βλέπει στα δίκτυα…Και αναρωτιέται τι κάνει στη ζωή της, γιατί πρέπει να διαβάζει για να σπουδάσει αφού κανένα από τα είδωλά της δεν το έχει κάνει: ούτε αυτός ο τραγουδιστής που μόλις που μπορεί να προφέρει τους στίχους των τραγουδιών του, ούτε αυτός ο τύπος που ανεβάζει βίντεο με φάρσες στο ίντερνετ, ούτε αυτό το κορίτσι που το μόνο που έκανε είναι να βγαίνει μ’ έναν διάσημο παρουσιαστή για δύο χρόνια, ούτε εκείνη η άλλη που το μεγαλύτερο επίτευγμά της ήταν ότι απέκτησε δίδυμα και ήξερε πώς να τα εκμεταλλευτεί τόσο καλά στο διαδίκτυο…κανένας απ’ αυτούς δεν έχει σπουδάσει τίποτα, κι όμως είναι εδώ να θριαμβεύουν στη ζωή» (σελ. 181)
Λίγα λόγια για τον Ελόι Μορένο
O Ελόι Μορένο γεννήθηκε στο Καστεγιόν δε λα Πλάνα στην επαρχία της Βαλένθια στην Ισπανία, το 1976. Το πάθος του για τη συγγραφή τον οδήγησε στην περιπέτεια της αυτοέκδοσης του πρώτου του μυθιστορήματος με τίτλο El bolígrafo de gel verde (Το στιλό με το πράσινο τζελ), το οποίο πούλησε περισσότερα από 200.000 αντίτυπα. Το 2011 τιμήθηκε με το βραβείο Onda Cero Castellón, για την προσπάθεια που έγινε για τη διάδοση του έργου του, ενώ το 2012 ήταν φιναλίστ στα Βραβεία των Κριτικών της Βαλένθια.
![]() |
|
Ο Ελόι Μορένο |
Το δεύτερο έργο του, Lo que encontré bajo el sofá (Αυτό που βρήκα κάτω από τον καναπέ), κυκλοφόρησε το 2013 και στάθηκε η αφορμή να επανασυνδεθεί με δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες, πολλοί από τους οποίους τον συνοδεύουν στις διαδρομές που κάνει στο Τολέδο, αναβιώνοντας την πλοκή του βιβλίου.
Το 2015 κυκλοφόρησε το τρίτο του μυθιστόρημα, El Regalo (Το δώρο), για το οποίο έλαβε μεγάλη αναγνώριση, τόσο σε πωλήσεις αλλά και από τους κριτικούς, ενώ τιμήθηκε από την εκπαιδευτική κοινότητα με το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος Benjamín de Tudela.
Για το προηγούμενο μυθιστόρημα για εφήβους του Ελόι Μορένο που εκδόθηκε στα ελληνικά με τίτλο Αόρατοι μπορείτε να διαβάσετε την κριτική μας εδώ.






















