
Για το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Ο κόσμος της Λουκρητίας» της Αν Γκοσινί (κείμενο) και της Κατέλ (εικονογράφηση), (μτφρ. Πετρούλα Γαβριηλίδου) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
Γράφει η Φανή Χατζή
Η Αν Γκοσινί, κόρη του Ρενέ Γκοσινί (δημιουργού των Αστερίξ, Λούκι Λουκ, Ο μικρός Νικόλας, Ιζνογκούντ), όπως μας αποκάλυψε στη συνέντευξη που μας παραχώρησε πρόσφατα, δίσταζε να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα της. Αν και συγγραφέας, βιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας, φοβόταν να περάσει στην παιδική λογοτεχνία. Η εικονογράφος Κατέλ ήταν ο καταλυτικός παράγοντας για να τολμήσει αυτό το βήμα και να δημιουργήσουν μαζί μια σύγχρονη ηρωίδα. Οι δύο αχώριστες συνεργάτιδες και φίλες υπογράφουν από κοινού την εικονογραφημένη σειρά «Ο κόσμος της Λουκρητίας» που μετρά στα γαλλικά ήδη δέκα τόμους. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν οι πρώτοι δύο από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα και αναμένεται σύντομα ο τρίτος.
Το δεύτερο βιβλίο - Εμβάθυνση στους ήρωες
Ήδη από το πρώτο εισαγωγικό βιβλίο διαφάνηκε η διάθεση των δημιουργών να μιλήσουν για σημαντικά θέματα μέσα από το χιούμορ, χωρίς να τα ονοματίσουν ως «προβλήματα». Χαρακτηριστικό παράδειγμα στο πρώτο βιβλίο ήταν η επίσκεψη σε μια ειδικό ψυχικής υγείας, την οποία καταλήγει να δουλεύει κανονικότατα ο μικρός Βικτόρ. Στο δεύτερο βιβλίο, αντίστοιχα, στο κεφάλαιο που αφιερώνεται στην Μπουμπέ, τη γιαγιά Χάνα που πάσχει από άνοια, η αμεσότητα και ευθύτητα της Λουκρητίας έρχεται σε αντίθεση με την προφανή αμηχανία που προκαλεί η κατάσταση στον μπαμπά της.
Στο δεύτερο βιβλίο, ενώ διατηρείται η ίδια διάθεση αποφόρτιστης των συγκινητικών στιγμών, αποκαλύπτεται και ο πιο τρυφερός πυρήνας της σειράς. Σε αυτό συμβάλλει βέβαια και η εμβάθυνση στους χαρακτήρες και στη δυναμική της οικογένειας. Οι φίλες της Λουκρητίας αλλά και άλλοι ήρωες αποκτούν πλέον πιο διακριτά χαρακτηριστικά, ειδικά η Πολίν, ο ξάδελφος Νικόλας και οι γονείς της.
Πολλά στοιχεία θυμίζουν το αξέχαστο δίδυμο Γκοσινί-Σενπέ, αλλά η σύγκριση δεν πρέπει να είναι περιοριστική. Ακόμα κι αν οι Γάλλοι βιάστηκαν να ανακηρύξουν ότι «Ο μικρός Νικόλας απέκτησε μια μεγάλη αδερφή», το θηλυκό δίδυμο Γκοσινί-Κατέλ ήδη στο δεύτερο βιβλίο διευκρινίζει ότι η Λουκρητία είναι περισσότερο σύγχρονη απόγονος του ήρωα. Τα βιβλία της Γκοσινί προσφέρουν μια διαφορετική, μοντέρνα ματιά στην εφηβεία, προσθέτοντας μια χαρακτηριστική κοριτσίστικη πνοή. Στον σύγχρονο εφηβικό κόσμο, οι οθόνες κατακλύζουν την καθημερινότητα, οι ρόλοι στο σπίτι δεν είναι οι παραδοσιακοί και πλέον απαρχαιωμένοι, ακόμα και το σχολείο συχνά γίνεται διασκεδαστικό. Η διαγενεακή σύγκρουση έχει αμβλυνθεί καθώς πλέον μαμά και κόρη ή ακόμα κόρη και γιαγιά μπορούν να είναι καλές φίλες.
Κυρίως, παρακολουθούμε μια μοντέρνα οικογένεια τόσο στη σύστασή της όσο και στις δραστηριότητές της. Στο δεύτερο βιβλίο, για παράδειγμα, η Λουκρητία, μαζί με την οικογένειά της, παρευρίσκεται στον γάμο του θείου της που παντρεύεται τον αγαπημένο του μετά από χρόνια. Το πολύ καλοδουλεμένο κεφάλαιο αγκαλιάζει την παιδική απορία, αλλά ταυτόχρονα και τη φυσικότητα και ομορφιά του χαρμόσυνου γεγονότος.
Στο βιβλίο αυτό, αρχίζουν να δένουν τα στοιχεία που κάνουν μια σειρά θελκτική και τους χαρακτήρες της αναγνωρίσιμους. Η εξαιρετική μετάφραση της Πετρούλας Γαβριηλίδου διατηρεί με συνέπεια τη γλώσσα και το χιούμορ που είχε αποδώσει και στο πρώτο βιβλίο.
Ποια είναι η Λουκρητία
Η Λουκρητία είναι δώδεκα ετών και μαθήτρια της πρώτης γυμνασίου. Την πρώτη μέρα των μαθημάτων ο φιλόλογος της τάξης τους αναθέτει μια έκθεση με θέμα τον εαυτό τους. Με αυτό το τέχνασμα μαθαίνουμε κι εμείς την Λουκρητία ή Λουλού, η οποία προέρχεται από μια «ανασυγκροτημένη» οικογένεια. Η μικρή ζει με τη μαμά της, πολυάσχολη δικηγόρο, τον πατριό της, ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας και τον μικρό της αδερφό, Βικτόρ, σε ένα μικρό αλλά αγαπημένο σπιτικό. Πέμπτος κάτοικος είναι το κουνέλι Κασερόλ, ενώ δίπλα τους μένει και η ανάλαφρη γιαγιά, Σκάρλετ, που βάφει τα μαλλιά της μπλε, χτυπάει τατουάζ και βρίσκεται συνέχεια μέσα στα πόδια τους.

Κάθε τόσο η Λουκρητία πηγαίνει στο σπίτι του μπαμπά της, καλλιτέχνη, στο οποίο συναντά ανά τρίμηνο και μια διαφορετική φιλενάδα. Μαζί του επισκέπτεται την άλλη της γιαγιά, Χάνα, που ξεχνά οτιδήποτε πέραν του δεκαλέπτου. Αγαπημένες της φίλες οι Λιν, δηλαδή οι Αλίν, Κολίν και Πολίν και όνειρό της να γίνει συγγραφέας. Πώς θα είναι η εμπειρία του Γυμνασίου για μια «έ-φη-βη», όχι πια παιδί, όπως θέλει να υπενθυμίζει στους δικούς της; Θα μάθουμε για τον «κόσμο της» στα κεφάλαια του πρώτου βιβλίου μέσα από μικρά χιουμοριστικά επεισόδια, από την ημέρα που αγοράζει τη χελώνα που θα ονομάσει Μαντόνα, μέχρι την ημέρα που θα φιλοτεχνήσει τον πίνακα «Ο κόσμος της Λουκρητίας».
Ένας οικείος χαρακτήρας
Η Λουκρητία είναι ένας χαρακτήρας με τον οποίο θα ταυτιστούν τα σύγχρονα παιδιά, που πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα στις υποχρεώσεις της αλλά ταυτόχρονα ανακαλύπτει διαρκώς νέες αγάπες, όπως η μουσική, η ζωγραφική, τα κατοικίδια. Πιο ώριμη από τον σκανταλιάρη προγονό της «Μικρό Νικόλα», η δική της φωνή είναι ενδοσκοπική, αγκαλιάζει τις αντιφάσεις της μεταβατικής της ηλικίας αλλά και τον παραλογισμό που παρατηρεί στο σχολείο και το σπίτι της. Η αρχική σύλληψη της εύρεσης ενός ημερολογίου και η εξομολόγηση του ονείρου της να γίνει συγγραφέας δημιουργούν την οικεία αίσθηση ότι παρατηρούμε τις καταγραφές της, οι οποίες γίνονται ολοένα και πιο οξυδερκείς.
Μια αντιστροφή ρόλων
Όπως προδίδουν τα δύο πρώτα βιβλία, οι δύο δημιουργοί της σειράς μεταχειρίζονται με χιούμορ και τρυφερότητα τη δύσκολη ηλικία ανάμεσα στις δύο σχολικές και αναπτυξιακές φάσεις, όπου τα παιδιά επιθυμούν την ανεξαρτησία και αναγγέλλουν την ωριμότητά τους αλλά παραμένουν ακόμα παιδιά. Στο γυμνάσιο οι καθηγητές είναι πολλοί, τα μαθήματα δυσκολεύουν, αρχίζουν τα απροειδοποίητα τεστ, οι πρώτοι έρωτες και οι πρώτες εντάσεις. Οι αυξημένες ευθύνες που ξαφνικά αναμένονται από αυτά αντιμετωπίζονται με μεγάλη καυστικότητα. Για παράδειγμα, η πρώιμη επαφή με τις έννοιες της εξουσίας και δημοκρατίας στις εκλογές της τάξης καταλήγει ένα θέατρο του παραλόγου, ενώ μια ομαδική εργασία οδηγεί σύντομα σε παρατεταμένο άραγμα για την κεντρική κοριτσοπαρέα.
Οι ενήλικες, από την άλλη, μπαίνουν αυτοί στη θέση του παιδιού σε πολλές ιστορίες. Η μαμά της Λουκρητίας παίρνει ρεπό για να επισκεφτεί το Μουσείο φορώντας τα εφηβικά της ρούχα, ενώ ο πατριός της μετατρέπει τις απλές μαθηματικές ασκήσεις της σε σύνθετα πολυπαραγοντικά προβλήματα που του τρώνε ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο. Ο μπαμπάς της, από την άλλη, που έχει συνολικά μυαλά δεκαπεντάχρονου αναλαμβάνει τον ρόλο του χαλαρού μπαμπά που δεν σκοτίζεται για κανόνες. Μέσα από το βλέμμα της μικρής, η ζωή των παιδιών παραλληλίζεται με αυτή των μεγάλων με την αντιστροφή των ρόλων να είναι ενοχλητική για την ίδια, ξεκαρδιστική για τους αναγνώστες.
Η συνομιλία με τον Ρενέ Γκοσινί
Η Αν Γκοσινί, η οποία, μάλιστα, από μικρή ηλικία είναι διαχειρίστρια και θεματοφύλακας της κληρονομιάς του πατέρα της, τον οποίο η ίδια χαρακτηρίζει «ιδιοφυΐα», έχει μελετήσει σε βάθος το έργο του. Έχει συμμετάσχει σε βιογραφίες για τον πατέρα της, ενώ υπέγραψε το σενάριο της ταινίας και το ομώνυμο βιβλίο «Ο μικρός Νικόλας – Τι περιμένουμε για να είμαστε ευτυχισμένοι;» που αφορά τη βαθιά σχέση φιλίας του Γκοσινί με τον Ζαν-Ζακ Σενπέ. Πολλές φορές το όνομα ενός πατέρα καλλιτέχνη ή δημιουργού πέφτει βαρύ πάνω στα παιδιά, ενώ τα ίδια προσπαθούν να διαφοροποιηθούν δημιουργικά.
![]() |
|
Η Αν Γκοσινί στην αγκαλιά του πατέρα της, Ρενέ Γκοσινί (1926-1977). |
Η Γκοσινί, όμως, καλλιεργεί στα βιβλία της μια δημιουργική συνομιλία με τον πατέρα της. Η ίδια τιμά τον αείμνηστο Ρενέ Γκοσινί σε πολλά σημεία του έργου της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η παράφραση «Είναι τρελοί αυτοί οι μεγάλοι» (αντί Γαλάτες), οι διαρκείς αναφορές σε ήρωές του, αλλά και η δημιουργία του ξάδερφου Νικόλα, ο οποίος δηλώνει «εγγονός» του μικρού Νικόλα. Στο κεφάλαιο «Μπουμπέ» του δεύτερου τόμου, είναι συγκινητική η αναφορά στις ουκρανικές ρίζες της γιαγιάς της Λουκρητίας από την πλευρά του μπαμπά της, που προδίδει μια διάθεση της Γκοσινί να εντάξει αυτοβιογραφικά στοιχεία της οικογένειάς της στον κόσμο της έφηβης ηρωίδας της.
Σε κάθε περίπτωση, τα βιβλία «Ο κόσμος της Λουκρητίας» διαβάζονται τόσο για τα κοινά τους με τις διαχρονικές περιπέτειες του μικρού Νικόλα, το χιούμορ, την ανεμελιά και τον επεισοδιακό τους χαρακτήρα, όσο και για τα φρέσκια στοιχεία που θα αναγνωρίσουν τα σύγχρονα παιδιά στις δικές τους ζωές.
*Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός.
Απόσπασμα από το δεύτερο βιβλίο:
«Τελικά, τον συμπαθώ πολύ τον Νικόλα. Είναι τόσο στον κόσμο του, που μοιάζει να ζωντανεύει μόνο μέσα στα βιβλία. Κι επίσης, ξανασκέφτηκα αυτό το λίγο περίπλοκο θέμα της ανασυγκροτημένης οικογένειας. Κι επιτέλους, κατάλαβα! Η οικογένεια είναι όπως οι ιστορίες: αυτές που αξίζουν, οι αληθινές, οι μόνες που πρέπει να κρατάμε είναι αυτές που δημιουργούμε οι ίδιοι για εμάς. Όταν πήγα για ύπνο, έβαλα το στέμμα μου δίπλα στο βιβλίο που είχε κάνει τον Νικόλα να βγάλει μια μικρή κραυγή. Και σκέφτηκα ότι ήταν τέλειο να είμαι η βασίλισσα ενός βασιλιά που καταγόταν από έναν τόσο απίθανο ήρωα!» (σελ. 164)





















